ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΚΟΜΜΑ ;

ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΚΟΜΜΑ ;


Το κόμμα του Αγοραίου Κυβερνητισμού
που ψήφισε και εφάρμοσε ευλαβικά το νεοθατσερικό γ’ Μνημόνιο,
δεν έχει σχέση ούτε με την Αριστερά ούτε με την Πρόοδο!

Μονόδρομος η αυτοδιάλυσή του παρά η εκφυλισμένη παρουσία του

1.Τα ονόματα των κινημάτων και των πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων συνήθως συμπυκνώνουν την ουσία τής ιδεολογίας και της προγραμματικής τους πολιτικής.

Όσο βρίσκονται στην Αντιπολίτευση, οι συν-δηλώσεις που προκύπτουν από τον επωνυμία τους κινούνται ακόμη στον χώρο τής ελπίδας, είναι δηλαδή προς απόδειξη. Όταν όμως κυβερνούν για ένα σχετικά μεγάλο διάστημα, οι αυτοχαρακτηρισμοί, η δηλούμενη δηλαδή ταυτότητα, είτε επαληθεύεται είτε αλλοιώνεται είτε διαψεύδεται, με διάφορες ενδιάμεσες καταστάσεις που η ποικιλία της ζωής παρουσιάζει. Κατά την κυβερνητική τους διαδρομή, δηλαδή, δίνουν απτά δείγματα (αν όχι αποδείξεις) της «συνειδησιακής»-ιδεολογικής τους συγκρότησης και επιλογής, που επαληθεύει ή διαψεύδει τη διακηρυγμένη προγραμματική ιδεολογία.

2.Στη χώρα μας, η ιστορική διαδρομή τής πολύπαθης μεταπολεμικής δημοκρατίας προσέφερε κυρίως διαψεύσεις τής ονοματολογίας των πολιτικών δυνάμεων, αρχικά λόγω έκτακτων συνθηκών, αλλά και λόγω της άμεσης παρέμβασης του ξένου παράγοντα.

Μετά την πτώση όμως της δικτατορίας 1967-1974, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, διανοίχθηκε μία ομαλότερη περίοδος που πρόσφερε το έδαφος στις πολιτικές δυνάμεις να επαληθεύσουν στην πράξη ως κυβερνήσεις τις ονοματολογικές και ιδεολογικές τους προδιαγραφές. Δυστυχώς, πλην ορισμένων σύντομων περιόδων, σχετικά συνεπούς κοινοβουλευτικής και κυβερνητικής δράσης, οι διαψεύσεις επαναλήφθηκαν κι έμεινε η παραπλανητική (αλλά ενεργή στο φαντασιακό πολλών πολιτών) εκφορά των ιδεολογικών και προγραμματικών προθέσεων μέσω των «κενών» (άνευ περιεχομένου) ονομάτων.

Γι’αυτό βάσιμα ο μελετητής των προγραμματικών ιδεολογιών μπορεί να συμπεράνει ότι στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, οι ιδεολογικές διαψεύσεις πλεονάζουν και οι πλάνες κυριαρχούν. Οι πάλαι ποτέ δημιουργικοί επινοητές τού δημοκρατικού πολιτεύματος πρόγονοί μας έχουν παύσει προ πολλού να εμπνέουν τους σύγχρονους Έλληνες, κυρίως ως προς τους θεσμούς επαναφοράς των πολιτικών δυνάμεων και προσώπων στη δημοκρατική τάξη και ήθος και κυρίως στις προγραμματικές προδιαγραφές τής διακηρυσσόμενης ιδεολογίας τους.

3.Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν υπάρχει ένα δημοκρατικά νομιμοποιημένο όργανο, ένας παλλαϊκός θεσμός, μια συνταγματική ρύθμιση, που να αποτρέπει τα κόμματα από την ονοματολογική παραπλάνηση των πολιτών και να επαναφέρει τους πραγματικούς χαρακτηρισμούς στις πολιτικές δυνάμεις, όπως αυτοί προκύπτουν από τα κυβερνητικά τους πεπραγμένα.

Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να εφαρμόζονται εντελώς αντίθετα προγράμματα από τα εξαγγελλόμενα.

Η έμμεση αυτή ευθύνη αναγνώρισης, νομιμοποίησης ή απόρριψης των «ιδεολογικών παραπλανήσεων» εναποτίθεται στην περιοδικώς εκφραζόμενη λαϊκή ετυμηγορία που, με τη -συνήθη πλέον- θηριώδη αποχή μεγάλου μέρους των πολιτών, «επιλύει» εμμέσως και αυτό το κομβικό για τη λειτουργία τής δημοκρατίας ζήτημα. Γιατί είναι προφανές ότι η δημοκρατία καθιερώθηκε κυρίως ως ανάγκη προβολής εναλλακτικών λύσεων. Κι αν αυτή η λειτουργία ατονήσει και εφαρμόζονται οι ίδιες περίπου βασικές πολιτικές, τότε η δημοκρατία συρρικνώνεται και προϊόντος του χρόνου καθίσταται περιττή στη συνείδηση των πολιτών.

4.Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αποτελούν το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ιδεολογικής, προγραμματικής, θεσμικής παραπλάνησης από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.

Μέχρι την έλευση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όλα τα προηγούμενα κυβερνητικά κόμματα είχαν την ευκαιρία, τουλάχιστον κατά την αρχική κυβερνητική τους περίοδο, να εφαρμόσουν ένα μέρος των προγραμματικών και ιδεολογικών τους προδιαγραφών, προτού περιπέσουν στη «ρουτίνα» της κυβερνητικής ομοιομορφίας και τις -υπαγορευμένες από τα όργανα κυρίως της ΕΕ- ετερόνομες πολιτικές.

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ όμως διέψευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή όσα επαγγέλθηκε και όσα συνδηλώθηκαν με τους τίτλους των κομμάτων που την σχημάτισαν.

Παρακολουθώντας από κοντά τα πράγματα, μετά το παραπλανητικό (όπως και ομολογείται) δημοψήφισμα (που δεν …ανησύχησε καθόλου τον τότε Πρόεδρο της Κομισιόν κ.Γιούνκερ, όπως διαβεβαίωσε σε συνέντευξή του στον κ.Παπαχελά του Τ/Σ «ΣΚΑΪ» στις 10-2-2020) και κυρίως όταν ρίξαμε μια πρώτη ματιά στο γ’ γενικευμένο και ανακεφαλαιωτικό Μνημόνιο (ν. 4336/2015) που περιείχε πρόσθετα και αδιανόητα για την εποχή μας μέτρα και θεσμούς αποικιοκρατικής επίνευσης, είπαμε ότι συντελείται η νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ «εν μια νυκτί» και ότι το κυβερνητικό πρόγραμμα αποτελεί ανεπιφύλακτη προσχώρηση στον παρωχημένο «θατσερισμό» και τον κοινωνικό «δαρβινισμό».

5.Όσο κυλούσε ο κυβερνητικός χρόνος και αναδυόταν ο τρόπος εφαρμογής τού γ’ Μνημονίου, ο χαρακτηρισμός που του αποδώσαμε, ως «μανιφέστο του θατσερισμού» (3-8-2015), αποδείχθηκε δυστυχώς επιεικής.

Η εφαρμογή τού νεοφιλελευθερισμού έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει περισσότερο πολιτικές βικτωριανής εποχής, προδημοκρατικής δηλαδή περιόδου, παρά τον θατσερισμό των δεκαετιών 1980-1990.

Ενδεικτικά αυτού του πολιτικού ιστορικού αναχρονισμού, μεταξύ άλλων, είναι:

-Η κατάργηση π.χ. του συμβολικότερου θεσμού τού Ασφαλιστικού Συστήματος για τους χαμηλοσυνταξιούχους, του ΕΚΑΣ,

-η κατάργηση των κατώτατων ορίων για τις συντάξεις,

-η θέσπιση του τερατουργήματος του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης-«e-ΕΦΚΑ», που υπήρξε η ονείρωξη της Σχολής του Σικάγο και του Φρίντμαν αφού στην πράξη καταργεί κάθε ιδιαιτερότητα εργασιακής, συνδικαλιστικής και κοινωνικής διαλεκτικής, δημοκρατίας και δυναμικής,

-η διατήρηση και η εφαρμογή για πέντε (5) χρόνια του «υποκατώτατου» μισθού για τους νέους εργαζομένους (που μαζί με άλλες δυσμενείς συνθήκες έδιωξαν τους νέους μας στο εξωτερικό),

-η υποθήκευση του διαχρονικού άυλου και υλικού πλούτου τής πατρίδας για 100 χρόνια στο υπερΤαμείο προς εξασφάλιση των δανειστών και ιδιωτικοποίησή τους (κάτι που είχαν αρνηθεί οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις),

-η αλλοτρίωση και ο αφελληνισμός τής εθνικής αποταμίευσης-Τραπεζών χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει καμιάς μορφής αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη,

-η κατάργηση ουσιαστικά των δημοσίων επενδύσεων, που συνεπέφερε την κατάργηση των δημοσίων υποδομών,

-η διαχείριση των εθνικών ζητημάτων σύμφωνα με τις απροκάλυπτες υπαγορεύσεις των ισχυρών της ΕΕ,

-αλλά κυρίως η καταστροφή του μικρο-ιδιοκτητικού τρόπου παραγωγής που προσιδιάζει στη χώρα μας και υπήρχε από τα αρχαία χρόνια αποτελώντας την υλική και κοινωνική βάση τής δημοκρατίας, αφού ο σχετικά αυτόνομος πολίτης (έχοντας εξασφαλίσει την απόλαυση και καθημερινή χρήση αφενός μεν των κοινοχρήστων χώρων, αφετέρου δε, της ατομικής του ιδιοκτησίας και οικονομικής ανάπτυξης) ήγειρε αξιώσεις ισότιμης συμμετοχής και λόγου στη δημοκρατική διακυβέρνηση του τόπου του. Η αντικατάσταση μάλιστα, σε μεγάλη έκταση, της οικογενειακής αυτονομίας από τα επιδόματα και συσσίτια ανάγεται ευθέως στο «κοινωνικό» κράτος κατά περίσταση που δημιουργούσε η βασίλισσα Βικτωρία για να αντιμετωπίσει -λυσιτελώς για τον θρόνο- τις κατά τόπους δυσαρέσκειες λόγω ανεργίας, επιδημιών και αρπαγής των παραγωγικών μέσων των μικρομεσαίων από την αριστοκρατία των τιτλούχων και ισχυρών.

Με τη βαριά φορολογία κάθε λειτουργού, επαγγελματία, επιστήμονα, βιοτέχνη, αγρότη, εμπόρου, επιτηδευματία κ.λπ. και την επερχόμενη με τα Μνημόνια συσσώρευση των παραγωγικών πόρων αλλά και της εθνικής αποταμίευσης (τραπεζών) σε ξένα χέρια, χάνεται, προϊόντος του χρόνου, όπως προαναφέραμε, η υλική και πνευματική βάση τής αυτόνομης ζωής και έκφρασης των πολιτών που στερούνται όλο και περισσότερο ζωτικό χώρο.

Έτσι, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, παρατηρήθηκε το φαινόμενο οι δυνάμεις που διαβεβαίωναν ότι αποτελούν «κάθε λέξη τού Συντάγματος», όχι μόνο να το παραβιάζουν συστηματικά, αλλά να υπονομεύουν και την υλική, ψυχολογική και πνευματική βάση τού αυτόνομου πολίτη.

Τα όσα αποκαλύπτονται αυτές τις μέρες για τις παραθεσμικές λειτουργίες κορυφαίων προσώπων τής τότε κυβέρνησης, εμπεδώνουν την πεποίθηση ότι όλες οι εξαγγελίες τους ήταν προπέτασμα καπνού για μια κυβερνητική «παρέα» που ποτέ δεν θέλησε να γίνει ένα θεσμικό κόμμα που να λειτουργεί με κανόνες, δημοκρατική εντελέχεια και συνταγματική νοοτροπία.

Γι’αυτό άλλωστε και απέβαλε από τους κόλπους της όσους δημοκρατικούς παράγοντες επέμειναν να λειτουργούν θεσμικά, εντός του πλαισίου του Συντάγματος, με την επιβαλλόμενη ανεξαρτησία γνώμης και με συνέπεια στον πυρήνα των προεκλογικών δεσμεύσεων και της ιδεολογικής αξιοπρέπειας.

Αν σ’αυτά προσθέσουμε και τις προσπάθειες απαράδεκτης «συνήχησης» των συντεταγμένων λειτουργιών, ο χαρακτηρισμός «βικτωριανή πολιτική» ισχυροποιείται.

Εν κατακλείδι, όμως, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι γεννητορικές κληρονομιές τής ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ περί τον Τσίπρα, ώστε να ερμηνευθεί ευκολότερα η περίπλοκη και αντιφατική ψυχολογία της. Οι άνθρωποι π.χ. που πρωτοστάτησαν και μετείχαν στο «βρώμικο ’89», σήμερα το καταγγέλλουν χωρίς συστολή δείχνοντας ότι, προκειμένου να επιβιώσουν πολιτικά, δεν ορρωδούν προ ουδενός προσβλέποντας στην παραπλάνηση και την ασθενή μνήμη των πολιτών.

Έτσι ο τίτλος «νεοθατσερική» ή «βικτωριανή Αριστερά» εμπεριέχει και τις απωθημένες ψυχολογικές αυτοεπιβεβαιώσεις και τις προγραμματικές-κυβερνητικές θέσεις, όπως  υλοποιήθηκαν κατά την κυβερνητική περίοδο. Και μάλλον είναι σίγουρο ότι, για την επικράτηση αυτού του ρεαλιστικού και κόσμιου τίτλου, δεν θα έχουν αντίρρηση και όσα επιφανή στελέχη και βουλευτές, προερχόμενα από τους ΑΝΕΛ, έχουν (σχετικά πρόσφατα) κατηγορηθεί από τον συγκυβερνήτη τού κ.Τσίπρα ως προερχόμενα από την …χλωρίδα και …πανίδα των βασιλικού οίκου Γλύξμπουργκ.