ΤΟ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ ΓΙΑ ΤΟ 2020!

ΤΟ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ ΓΙΑ ΤΟ 2020!

Ενότητα και επαγρύπνηση του λαού μας για τα δύσκολα που έρχονται!

Το πολιτικό προσωπικό της χρεοκοπίας, των Μνημονίων, του ΤΑΙΠΕΔ και της Συμφωνίας των Πρεσπών δεν πρέπει να οδηγήσει τη χώρα σε εθνικές περιπέτειες (Δικαστήριο της Χάγης, συνεκμετάλλευση Αιγαίου κ.λπ.)

Ευχόμαστε σε όλους και όλες Χρόνια Πολλά, Υγεία και καλές ειδήσεις για τον λαό και το έθνος!

Το 2020 θα είναι δύσκολη χρονιά, όπως φαίνεται, για τον ελληνικό λαό και την πατρίδα.

Παρά τις φοροελαφρύνσεις που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση Μητσοτάκη, οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, οι επιτηδευματίες, οι αγρότες κ.λπ. δεν θα δουν υψηλότερο εισόδημα γιατί οι πραγματικές ωφέλειες θα είναι οριακές.

Ειδικότερα για το Ασφαλιστικό, η κυβέρνηση προετοιμάζει τη δική της «μεταρρύθμιση» μετά τις πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ που θωράκισαν στην ουσία στα «δομικά» του σημεία τον νόμο Κατρούγκαλου (ενοποίηση κύριων και επικουρικών συντάξεων, επανυπολογισμός «παλαιών» συντάξεων, διάσπαση της σύνταξης σε εθνική και ανταποδοτική κ.ά.). Αντισυνταγματικές κρίθηκαν μόνον ορισμένες παραμετρικές προβλέψεις του (περικοπές επικουρικών, ποσοστά αναπλήρωσης κ.ά.). Μάλιστα δε, ορισμένες σκέψεις των αποφάσεων του ΣτΕ (μόνιμος έλεγχος συνταξιοδοτικών δαπανών μέχρι το 2060, σχέση χρέους-συντάξεων, δημοσιονομικό κόστος συνταξιοδοτικών παροχών, δημογραφικό κ.ά.) ίσως οδηγήσουν την κυβέρνηση σε νέα, αυστηρότερη, ασφαλιστική «αντι-μεταρρύθμιση».

Ως προς την οικονομία γενικότερα, το τεχνητό επικοινωνιακό κλίμα που πρυτανεύει δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στις αναπτυξιακές προσδοκίες. Σύμφωνα με όλους σχεδόν τους Διεθνείς Οργανισμούς (ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ, ΟΟΣΑ κ.λπ.), το 2020 η «ανάπτυξη» δεν θα υπερβεί πολύ το 2% παρότι οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, κυρίως στην αγορά εργασίας, κινήθηκαν με γνώμονα την άρση των ελάχιστων θεσμών που απομένουν για την προστασία της μισθωτής εργασίας και με μη αποκρυπτόμενο σκοπό τη μείωση του εργατικού κόστους.

Στο μέτωπο των εθνικών θεμάτων ο ελληνικός και ο κυπριακός λαός, θα πληρώσουν –καθώς φαίνεται- μεγάλο κόστος σε εθνική κυριαρχία αλλά και πόρους, τις επιπόλαιες επιλογές των ηγεσιών τους που επέλεξαν να προτάξουν το γεωοικονομικό θεωρώντας ότι θα οδηγήσει τη διεθνή κοινότητα σε δικαίωση επί του εκκρεμούς εθνικού ζητήματος (γεωπολιτικό).

Εντελώς ανιστόρητα και ως αμνήμονες των πρόσφατων περιπετειών του Ελληνισμού, οι πολιτικές ελίτ της Ελλάδας και της Κύπρου νόμισαν ότι προσκαλώντας τις αρπακτικές πολυεθνικές των πετρελαίων και των ορυκτών θα έκαμπταν την τουρκική πολιτικοστρατιωτική ελίτ και θα την οδηγούσαν σε πολιτικό συμβιβασμό. Αντιθέτως όμως, ως συνήθως συμβαίνει, η γείτονα χώρα γίνεται, προϊόντος του χρόνου, σκληρότερη και απαιτητικότερη.

Ως προς το μείζον αυτό ζήτημα, αλλά και ως προς τα άλλα εθνικά ζητήματα, παρακολουθούμε το «Βατερλώ» των επίσημων δεξαμενών σκέψης των διεθνολόγων που, καθ’όλη την τελευταία περίοδο, εντελώς αυτοαναφορικά και αστήρικτα, εφησύχαζε τον λαό και τις πολιτικές δυνάμεις πως ό,τι κάνει η πολιτικοστρατιωτική ελίτ της Τουρκίας, το κάνει για εσωτερικούς της λόγους (αυτοδιοικητικές και πολιτικές εκλογές, Κουρδικό κ.ά.). Δέσμιες μάλιστα αυτής της άμεσα διαψευσμένης άποψής τους, σήμερα διακηρύσσουν τον «απομονωτισμό» στον οποίο έχει δήθεν περιπέσει ο Ερντογάν, επισύροντας την …καταδίκη της διεθνούς κοινότητας, τα πλέον ισχυρά μέλη της οποίας είναι οι συχνότεροι συνομιλητές και υποστηρικτές στην ουσία του τούρκου Προέδρου!!

Σ’αυτή τη δύσκολη συγκυρία για τον λαό και το έθνος μας, δεν αρκεί η πολιτική κυριαρχία Μητσοτάκη που είναι αδιαμφισβήτητη, ούτε η σαφώς καλύτερη εικόνα που διαθέτει η Ελλάδα ως «συνετό» και «υπάκουο» μέλος τής Ευρωπαϊκής και Διεθνούς Κοινότητας, αλλά με καταφανώς μειωμένο διεθνές κύρος.

Όπως με πρόσφατη ανακοίνωσή μας υποστηρίξαμε (16/12/2019), το κυρίαρχο σήμερα πολιτικό προσωπικό σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση είναι το ίδιο, με ανακατάταξη βεβαίως των στελεχών του, που χρεοκόπησε τη χώρα, υποθήκευσε τον πλούτο της στο ΤΑΙΠΕΔ και τις εταιρείες του που ελέγχονται στην ουσία από ξένους, μείωσε δραστικά τις αμυντικές δαπάνες κυρίως με το γ’ Μνημόνιο (που ψήφισαν όλα τα μνημονιακά κόμματα) και απέτυχαν να διαπραγματευθούν επιτυχώς το ελληνικό ζήτημα. Και είναι εντελώς ενδεικτικό ότι και σήμερα αυτό το πολιτικό προσωπικό δεν τολμά μπρος στην τουρκική απειλή να αποφασίσει το αυτονόητο: να χρησιμοποιήσει δηλαδή τμήμα τού «μαξιλαριού» του αίματος (37 δις ευρώ) για την άμυνα, αλλά και για να θέσει επιτακτικά το ζήτημα της άμεσης μείωσης του πλεονάσματος για εθνικούς λόγους!!

Σήμερα η πατρίδα μας είναι παγιδευμένη ενώ συγχρόνως απειλείται με εθνικούς ακρωτηριασμούς: σκληρή οικονομική εποπτεία, δέσμευση για μείωση των αμυντικών δαπανών, «μαξιλάρι» για την ασφάλεια των δανειστών, διαχρονικός άυλος και υλικός πλούτος στη διάθεση των εταιρειών τους (ΤΑΙΠΕΔ), βασικές δομές σε ξένους κρατικούς οργανισμούς που έχουν άριστες σχέσεις με τον εχθρικό γείτονα (ΟΤΕ, λιμάνια, τρένα, αεροδρόμια κ.λπ.), βασικές δηλαδή υποδομές που κάθε σοβαρό κράτος έχει ή θέτει υπό κρατικό έλεγχο σε περίπτωση έντασης με γειτονική χώρα. Γι’αυτό απαιτείται άμεσα επαναδιαπραγμάτευση του συνολικού ελληνικού ζητήματος ενόψει τουρκικής απειλής ή ενδεχόμενων θερμών επεισοδίων.

Η έλλειψη ικανού διεθνούς κύρους του μνημονιακού πολιτικού προσωπικού μας θα μπορούσε εν μέρει να καλύψουν ορισμένες συλλογικές ή συμβολικές κινήσεις στο ζήτημα του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας αφού η χώρα διαθέτει ακόμη εν ζωή και σε πνευματική εγρήγορση πρωτεύοντα πολιτικά πρόσωπα που δεν οδήγησαν τη χώρα σε χρεοκοπία και διαθέτουν υπολογίσιμο ακόμη κύρος στο εσωτερικό, αλλά κυρίως στον διεθνή και ευρωπαϊκό περίγυρο.

Η πατρίδα έχει σήμερα ανάγκη από πρόσωπα που δεν ταυτίστηκαν με την αναξιοπρεπή, υποτελική, αλλά και αντιδημοκρατική, μνημονιακή πολιτική ούτε παράγοντες που εκφράζουν πιστά τις απόψεις της Ευρωπαϊκής Τεχνοδομής (όπως δυστυχώς συνέβη με τον νέο Έλληνα Επίτροπο), αλλά από πρόσωπα πρωτογενούς άποψης και ισχυρής νομιμοποίησης στο εθνικό και κοινωνικό φαντασιακό.

Δυστυχώς, σήμερα στη χώρα μας δεν υπάρχει υπολογίσιμη και ελπιδοφόρα αντιμνημονιακή δύναμη. Η Αριστερά, μετά τη συνεργασία της με τη Δεξιά το 1989, αλλά κυρίως μετά τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει μέλλον τα επόμενα χρόνια. Η ασυνεννοησία, ο φατριασμός, ο αλληλοαποκλεισμός, αλλά και η άγνοια κινδύνου, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του κατακερματισμένου αυτού πολιτικού πεδίου. Επομένως και οι προσδοκίες του λαού μηδενικές, τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον.

Αλλά και η κοινωνία δεν δείχνει ότι έχει συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα των καιρών. Τα ΜΜΕ δεν παρουσιάζουν την αληθινή εικόνα της πολύπλευρης κρίσης. Η νεολαία, απορφανισμένη από τις εκατοντάδες χιλιάδες νέους που τα Μνημόνια έστειλαν στο εξωτερικό, δεν δείχνει τις δέουσες ευαισθησίες όπως στο παρελθόν. Και η Διανόηση, μνημονιακή ως προς το μεγαλύτερο μέρος της, ενσωματωμένη στις συστημικές δεξαμενές σκέψης, δεν χάνει ευκαιρία να λοιδορεί τις κακές συνήθειες του λαού αντί να κατακρίνει την αστική τάξη που αυτή την περίοδο φροντίζει να καλύψει τις οικονομικές απώλειες από την κρίση, χωρίς να επιδεικνύει την επιβαλλόμενη από τις συνθήκες εθνική ευαισθησία ως προς τις εταιρικές της σχέσεις με κεφαλαιούχους της γείτονος. Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει εθνικό όραμα, ούτε ιθύνουσα πολιτική-κοινωνική δύναμη, ούτε αστική τάξη με συνοχή και εθνική γραμμή για τον λαό και τη χώρα.

Παρ’όλα αυτά, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, απαιτείται η ελάχιστη δυνατή συναίνεση, η μεγαλύτερη δυνατή συνεννόηση, ένα ελάχιστο πρόγραμμα κοινής γραμμής, για να περάσουμε τις Συμπληγάδες Πέτρες. Απαιτείται ένα σοκ αυτοσυνείδησης για να κατανοήσουμε την κρίση και την κρισιμότητα των καιρών, κάτι που δεν μπορεί εύκολα να επιτευχθεί με τις
-αλλοτριωμένες από τις μνημονιακές ρήτρες- πολιτικές συνειδήσεις.

Χρειάζεται πάντως να αναληφθούν υπεύθυνες πρωτοβουλίες ενότητας, ωριμότητας, με επίκεντρο τις εθνοκεντρικές επιλογές. Αλλιώς το βαρυνόμενο με τόσα σφάλματα μνημονιακό προσωπικό ενδέχεται να οδηγήσει δέσμια τη χώρα σε νέες εθνικές τραγωδίες ή ασύμμετρες υποχωρήσεις μπρος στον έξαλλο γείτονα. Προϋπόθεση όμως όλων αυτών είναι να κατανοήσουμε ως λαός και ως έθνος την κρισιμότητα των καιρών.