ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΠΛΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

Απόλυτη κυριαρχία τού μνημονιακού διπολισμού (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ)

Το τέλος τής Αριστεράς μετά το Μνημόνιο ΣΥΡΙΖΑ


Ο ΣΥΡΙΖΑ:
-ευτέλισε την εναλλακτική προοπτική της Ευρώπης
-κατέστησε ανέφικτο ένα νέο αριστερό αφήγημα για τις επόμενες δεκαετίες

Ι. Το νέο πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα

Στόχος αυτής της ανάλυσης είναι να συλλάβει -όσο το δυνατόν πληρέστερα- τις ιδεολογικές, πολιτικές και κοινωνικές παραμέτρους που οδήγησαν στη σύνθεση του πολιτικού εποικοδομήματος όπως αυτό προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, ως συνολική και τελική κατάληξη ενός ιδιαίτερα πυκνού προεκλογικού διαστήματος με «τριπλές» εκλογές.

Επιλέξαμε συνειδητά να παρέμβουμε και να σχολιάσουμε τη νέα πολιτική κατάσταση αφού περνούσε κάποιος εύλογος χρόνος, ώστε «να πέσει ο κουρνιαχτός» των επινοημένων ή υπαρκτών (πάντως δευτερευουσών) αντιθέσεων και διαφορών, που συνήθως η δημοσιολογία τις παρουσιάζει ως θεμελιακές και ουσιώδεις.

Πιστεύουμε ότι τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα απαιτούν πολύ προσεκτική και ψύχραιμη ερμηνεία επειδή είναι πολυσήμαντα και μακράς κυοφορίας, αν και οι αποδέκτες τους (κυρίως κόμματα, συλλογικότητες της συνόλης «Αριστεράς», καθ’έξιν αναλυτές-δημοσιολόγοι κ.λπ.) δεν φαίνεται -από τις μέχρι σήμερα αντιδράσεις τους- να τα ερμήνευσαν σωστά ή, ακόμη, και να απέφυγαν τα προφανή ως προς τις προθέσεις του εκλογικού σώματος.

Πάντως, το ενεργό εκλογικό σώμα εξέφρασε με την ετυμηγορία του παγιωμένες πλέον κοινωνικές ισορροπίες και ιδεολογικές αποκρυσταλλώσεις που δημιουργήθηκαν την περίοδο του μνημονιακού καθεστώτος, του οποίου πλέον διανύουμε την εποχή τής πλήρους νομιμοποίησης.

Κατά την άποψή μας, το εκλογικό σώμα (κυρίως το 54% των πολιτών που ψήφισε) έστειλε τα εξής τέσσερα ξεκάθαρα και αναμφισβήτητα μηνύματα:

1) Το μεγάλο ποσοστό που έλαβε η ΝΔ (ένα δηλαδή κόμμα που, όταν προ ολίγων ετών ψήφισε Μνημόνιο, έφτασε στο 18%) αφού πέτυχε ποσοστό 40%, 158 έδρες και σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις των δημοσιολόγων, ακόμη και προσδοκίες δικών της επιτελικών στελεχών που επεξεργάζονταν διάφορα σχέδια συνεργασιών.

2) Το απροσδόκητα μεγάλο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ (ιδιαίτερα στις Εθνικές Εκλογές), που διέψευσε τα δημοσκοπικά ευρήματα, τα προγνωστικά και τις εκτιμήσεις ακόμη και της ηγεσίας του και κεντρικών στελεχών του.

3) Η αρνητική επίδοση του ΚΚΕ και όλων ανεξαιρέτως των αριστερών σχημάτων που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των μνημονιακών μεταλλάξεων των πολιτικών σχηματισμών και κυρίως κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Έτσι ματαιώθηκε η πολιτική ευδοκίμηση των μορφωμάτων που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 2015, κυρίως από στελέχη τής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που έδρασαν στο εσωτερικό του επί πολλά χρόνια και διαφοροποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2015 μετά την ψήφιση του γ’ Μνημονίου (ν. 4336/2015).

4) Η μεγάλη αποχή στις Εθνικές Εκλογές που άγγιξε το 44% του εκλογικού σώματος, παρά τη μεγάλη πόλωση για τις λεπτομέρειες της πολιτικής συμπεριφοράς κυρίως επί του ιδίου μνημονιακού πεδίου. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την άποψή μας ότι ένα μεγάλο ποσοστό τού εκλογικού σώματος προτιμά (παγίως πλέον) την αποχή ως συνειδητή πολιτική-εκλογική συμπεριφορά. Η στάση αυτή δεν προέκυψε ασφαλώς με ενιαία ή ομαδοποιημένα κριτήρια, αλλά από τη φανερή πλέον διάλυση-διάρρηξη του κοινωνικού ιστού.

Ένα μεγάλο τμήμα τού απέχοντος εκλογικού σώματος εκφράζει γενική απαξίωση ή αποστροφή προς την Πολιτική Λειτουργία, ενώ ένα άλλο, υψηλών πολιτικών κριτηρίων και απαιτήσεων, θεωρεί γενικώς αλυσιτελή και μάταιη την πολιτική δράση-συμμετοχή.

Ένα άλλο ρεύμα γεννήθηκε και μεγεθύνεται σ’αυτή τη χρονική στιγμή λόγω της στρεβλής διαχείρισης της πολιτικής εν γένει ως δημόσιας λειτουργίας αλλά και αισθητικής από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Σ’αυτό το τμήμα του εκλογικού σώματος συναντούμε δηλαδή και πολλούς πολίτες υψηλής πολιτικής συνείδησης αλλά και άλλα «λουμπενοποιημένα» ως προς την κοινωνική και πολιτική τους συμπεριφορά στρώματα.

Το τελικό αποτέλεσμα, το αναμφισβήτητο δηλαδή γεγονός ότι επανήλθαμε στον κομματικό (μνημονιακό) διπολισμό, συγκράτησε αρκετά την αύξηση της αποχής.

ΙΙ. Ο λαός ψήφισε με την πεποίθηση (ή ψευδαίσθηση) ότι η χώρα βγήκε από τα Μνημόνια! Η μεγάλη επιτυχία τού μνημονιακού (πολιτικού, επιστημονικού και μιντιακού) τόξου

Βάση της παρούσας ανάλυσης για τη νέα πολιτική κατάσταση είναι ότι οι πολίτες ψήφισαν με την πεποίθηση-ψευδαίσθηση ότι η χώρα βγήκε από τα «παροδικά» Μνημόνια και ότι αλλάζει σελίδα και πορεία, ανακτώντας οσονούπω την πλήρη και πολύπλευρη κυριαρχία της. Μόνον έτσι μπορεί να ερμηνευθεί το γεγονός ότι τα μνημονιακά κόμματα (κυρίως τα τρία υπεύθυνα για την τραγωδία της χώρας) έλαβαν συνολικό ποσοστό πάνω από το 80%!!

Σημειωτέον ότι, μόλις προ εξαμήνου, στο ερώτημα των δημοσκοπήσεων για τον δρόμο που έχει πάρει η χώρα, το ίδιο και μεγαλύτερο ποσοστό απαντούσε απερίφραστα ότι η χώρα βαδίζει προς τη λάθος κατεύθυνση!!

Κομβικό ρόλο στην εμπέδωση του ψευτοαφηγήματος περί εξόδου από τα Μνημόνια, διαδραμάτισε και μια ευάριθμη ομάδα μνημονιακών επιστημόνων των Πανεπιστημίων, των κοινωνικών οργανώσεων και των Συνδικάτων, που ανέλαβε τον ειδικό ρόλο ανάπτυξης όλης της παραπλανητικής φιλολογίας περί του τέλους του Μνημονίου και της εξόδου προς την ανάπτυξη και την ευημερία.

Πολλοί από αυτούς δεν γνωρίζουν το μνημονιακό θεσμικό πλαίσιο ούτε φρόντισαν να διαβάσουν τα σχετικά νομικά κείμενα. Άλλοι, αποκρύτποντας εν γνώσει τους τις κοινωνιοκτόνες μνημονιακές δεσμεύσεις, τις αποσιωπούν τη στιγμή μάλιστα που αρκετές από αυτές, όχι μόνο δεν ακυρώθηκαν, αλλά ενισχύθηκαν περαιτέρω! Η παραπλανητική αυτή τακτική εξυπηρέτησε το σενάριο περί εφικτής αναπτυξιακής επανεκκίνησης εντός του μνημονιακού θεσμικού πλαισίου.

Ο ρόλος τους μαζί με τα δημοσιογραφικά δίδυμα ή τρίδυμα τής τηλεοπτικής κυρίως δημοσιολογίας ήταν καταλυτικός για την επιτυχή επιβολή της παραπλάνησης και του ψευτοαφηγήματος περί της εξόδου.

Με δεδομένη αυτή την παραδοχή για τη βάση της επιψήφισης των υπεύθυνων για την κρίση μνημονιακών κομμάτων, θα μπορούσαν να εξαχθούν τα εξής δύο ερμηνευτικά συμπεράσματα:

1ον) Η λαϊκή ετυμηγορία αποφάνθηκε ότι περάσαμε μέσα από τα Μνημόνια αλλά τώρα βγήκαμε στο ξέφωτο και άρα «ό,τι έγινε, έγινε» με αυτούς που δημιούργησαν την κρίση και μας έβαλαν στα Μνημόνια και

2ον) Αυτοί, που δημιούργησαν την κρίση, μας έβαλαν στα Μνημόνια, τα εφήρμοσαν και μας έθεσαν στη σκληρή μεταμνημονιακή (υποτίθεται) εποπτεία, έχουν και την τεχνογνωσία τής εξόδου (αφού κατείχαν την …τεχνογνωσία της εισόδου-παραμονής) και επομένως είναι οι καλύτεροι και προσφορότεροι για τη νέα φάση…

Μια σε βάθος όμως εξέταση αποδεικνύει σαφώς ότι το μισό εκλογικό σώμα (το 80% του οποίου ψήφισε τα τρία μνημονιακά κόμματα) δεν έχει, ούτε θέλει να έχει πλέον, επίγνωση για τα εξής ζητήματα:

α) Δεν γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει με τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν κατά την περίοδο των Μνημονίων.

β) Αγνοεί ότι η έξοδος από τα Μνημόνια υπάρχει μόνο στο παραπλανητικό πολιτικό φαντασιακό. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει «έξοδος», αλλά απλώς λήξη τής δανειοδότησης από την τρίτη Δανειακή Σύμβαση. Τα Μνημόνια, ως θεσμικό πλαίσιο διαρκούς διακυβέρνησης (ολοκληρωμένο και εποπτευόμενο) θα διαρκούν και θα ισχύουν για πολλές δεκαετίες και για πολλές επόμενες γενεές.

γ) Το εκλογικό σώμα δεν γνωρίζει ότι οι εκατοντάδες νόμοι, οι χιλιάδες υπουργικές αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα κ.λπ. υλοποιούν επιμέρους μνημονιακές δεσμεύσεις, πολλές από τις οποίες είναι καταπλεονεκτικές και δεσμευτικές για τη χώρα, αν και είναι προδήλως αντίθετες με το Σύνταγμα, το Κοινοτικό Δίκαιο αλλά και πολλές Διεθνείς Συμβάσεις.

Αυτό το κενό ενημέρωσης δημιουργήθηκε από τα μνημονιακά κόμματα, τα ΜΜΕ, τα επιλεγμένα δημοσιογραφικά «δίδυμα», τη συνδυασμένη επίσημη ή διαδικτυακή παρέμβαση από όλες τις δυνάμεις του Μνημονίου, που όλοι μαζί επέβαλαν ως «μνημονιακή κανονικότητα». Με την τέχνη τής ιδεολογικής παραπλάνησης εμπέδωσαν στον κουρασμένο και απρόθυμο να αναλάβει καθήκοντα και ευθύνες ελληνικό λαό την αίσθηση …παροδικότητας του Μνημονίου και την πεποίθηση της …εξόδου.

Αυτό το …επίτευγμα αποτελεί αναμφισβήτητα τη μεγαλύτερη επιτυχία του πολιτικού μνημονιακού τόξου, πολύ περισσότερο που οι πολίτες πλέον πιστεύουν ότι θα ανακτήσουν όλα τα απωλεσθέντα εισοδήματα της μνημονιακής δεκαετίας και η χώρα όλες τις κυρίαρχες λειτουργίες της, όπως πρώτα.

Γι’αυτό άλλωστε και η στόχευση της παρούσας κυβέρνησης δεν είναι οι μνημονιακοί θεσμοί που γεννούν την οικονομική κηδεμονία και τους περιορισμούς, αλλά η ελάφρυνση από ένα μέρος του συμπλέγματος των φόρων.

Οι πολίτες, εξάλλου, καταπτοημένοι και πολλαπλώς εξαπατημένοι, προτίμησαν τις μνημονιακές δυνάμεις αφού εμπέδωσαν τις παραπάνω ψευδαισθήσεις που τους εμφύσησαν, παρά τις επιφανειακές λεκτικές διαφορές τους, κυρίως τα τρία μνημονιακά κόμματα.

Σ’αυτά τα κόμματα άλλωστε διέκριναν και τις ισχυρότερες παραδοσιακά (κατ’αυτούς) προσωπικότητες που, πάντα σύμφωνα με τις ψευδαισθήσεις τους, θα μπορούσαν να εγγυηθούν τη γρηγορότερη και …συμφερότερη έξοδό τους από την κρίση λόγω δήθεν εμπειρίας και ικανότητας διαχείρισης κρίσεων των ηγεσιών τους.

IΙΙ.Η υπερψήφιση Μητσοτάκη. Ο λαός ψήφισε τον καλύτερο «μεταμνημονιακό» διαχειριστή

Δεδομένης της αρχικής υπόθεσης ότι ο λαός ψήφισε «διαχειριστή εξόδου», επέλεξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως το πιο σύγχρονο, αποτελεσματικό, ασφαλέστερο και πειστικότερο διαχειριστή τής «εξόδου». Έπεισε δηλαδή το εκλογικό σώμα ως καλύτερος, τεχνοκρατικότερος, ειλικρινέστερος και πειστικότερος για την έξοδο, επιλέγοντάς τον μεταξύ των δύο ισχυρών διαχειριστών τού μνημονιακού στρατοπέδου ως …καλύτερο και για λόγους πολιτική αισθητικής, φρασεολογίας και συμπεριφοράς.

Δεν πρέπει βεβαίως να λησμονείται ότι η οικογένεια Μητσοτάκη έχει σοβαρά ερείσματα σε Ευρώπη, ΗΠΑ κ.λπ. και ότι μερικές από τις πλέον κεντρικές και «δύσκολες» επιλογές τής χώρας που έχουν μερίδιο ευθύνης για το ξέσπασμα της κρίσης, τις προώθησε ο Κων/νος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός τη δεκαετία του 1990 (πρώτο νεοφιλελεύθερο εργασιακό πακέτο του 1990, Μάαστριχτ, συγκαταβατική πολιτική στα εθνικά θέματα κ.λπ.) που ακολούθησαν βέβαια κατά γράμμα και οι επόμενοι πρωθυπουργοί.

Δεν μένει καμία αμφιβολία, επομένως, ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα εφαρμόσει έναν ακραίο μνημονιακό νεοφιλελευθερισμό, θα τηρήσει με σχολαστικότητα τις μνημονιακές δεσμεύσεις και θα επαναφέρει τις μνημονιακές διατάξεις που, για εκλογικούς και πελατειακούς λόγους, κατήργησε στην ύστερη θητεία του ο ΣΥΡΙΖΑ.

Άλλωστε οι πρώτες νομοθετικές πρωτοβουλίες τής νέας κυβέρνησης (η κατάργηση του διαχρονικού ιστορικού θεσμού τού ασύλου, οι αντεργατικές τροπολογίες, οι εξαγγελίες στη ΔΕΘ για τα εργασιακά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά ζητήματα) δείχνουν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα εφαρμόσει άγριο μνημονιακό νεοφιλελευθερισμό πάνω στο «ανόσιο τρίπτυχο»: Ιδιωτικοποιήσεις-Κατεδάφιση του Κοινωνικού Κράτους-Πλήρης απελευθέρωση των αγορών.

ΙV. Το μεγάλο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, καμία σχέση με την Αριστερά. Η ψήφος στον Τσίπρα είναι ψήφος στον πετυχημένο μνημονιακό πρωθυπουργό και αρκετά ικανό «μεταμνημονιακό» διαχειριστή.

Το ισχυρό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε αφενός μεν ως εναλλακτική δύναμη διαχείρισης και εξόδου από το βαθύτερο τούνελ του Μνημονίου που οδήγησε τη χώρα, αφετέρου δε, ως προϊόν απροκάλυπτης συναλλαγής με συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες που επηρεάζουν ισχυρά ποσοστά τού εκλογικού σώματος.

Δεν πρόκειται, επομένως επ’ουδενί για ποσοστό που δόθηκε σε αριστερό κόμμα, ούτε αποτελεί «προίκα» για τα παραδοσιακά του στελέχη, τα οποία ο λαός αποδοκίμαζε για αρκετές δεκαετίες την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Δόθηκε προς τον αρχηγό του ως επιτυχημένου μνημονιακού πρωθυπουργού, που, επειδή μάς έβαλε στο πιο βαθύ μνημονιακό τούνελ, μάλλον μπορεί να βρει …καλύτερα τις θύρες εξόδου.

Η μεγάλη άλλωστε στήριξη που έλαβε από ισχυρούς παράγοντες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου όλοι εν χορώ επαινούσαν τη μνημονιακή του συνέπεια, δεν αφήνει περιθώρια άλλων ερμηνειών. Και αυτό το ποσοστό δόθηκε με δεδομένη την πεποίθηση-ψευδαίσθηση των πολιτών ότι βγήκαμε από τα Μνημόνια.

Το ποσοστό αυτό αποτελεί άλλωστε και συμβολική μεταστροφή πολλών δημοκρατικών στρωμάτων που προτίμησαν να αγνοήσουν ότι το αρνητικότερο για τις αριστερές δυνάμεις και την εναλλακτική προοπτική στην Ευρώπη κυβερνητικό υπόδειγμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, συρρικνώνει τον χώρο της δημοκρατίας.

Μια πολιτική δύναμη δηλαδή, που εφήρμοσε τον μνημονιακό φιλελευθερισμό και επανέφερε μεθόδους προδημοκρατικής-βικτωριανής εποχής (συσσίτια, επιδόματα, υποθήκευση όλου του υλικού και άυλου πλούτου της πατρίδας κ.λπ. αντί αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης, οικογενειακής αυτάρκειας και εθνικής κυριαρχίας εν γένει) και εν τέλει έδωσε εξετάσεις συνέπειας και μνημονιακής αφοσίωσης, επιβραβεύτηκε από ένα μέρος τού εκλογικού σώματος, όχι ως δύναμη δημοκρατίας και εναλλακτικής λύσης, αλλά ως δοκιμασμένης μνημονιακής διακυβέρνησης και διαχείρισης της ψευδαίσθησης εξόδου.

Με άλλα λόγια, η στάση του λαού απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιβράβευση σε μια μερικώς επιτυχημένη μνημονιακή δύναμη.

Οι περισσότεροι βεβαίως μικρομεσαίοι και τα μορφωμένα στρώματα δεν εμπιστεύτηκαν τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ως διαχειριστές εξόδου, ούτε θεώρησαν τον Τσίπρα καλύτερο και πιο αξιόπιστο του Μητσοτάκη γι’αυτή την προοπτική.

Απλά ο λαός προτίμησε περιορισμένα τον ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα ως μνημονιακή δύναμη, ως μεταλλαγμένη Αριστερά που δεν έχει σχέση με την αριστερή πολιτική. Δεν του έδωσε όμως και τη δύναμη να διαχειριστεί τη μεταμνημονιακή «έξοδό» του καίτοι, μέσω αυτού, νομιμοποίησε όλες τις πολιτικές και ιδεολογικές κυβιστήσεις.

Στην εκλογική επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ συνετέλεσαν επίσης το πακέτο των φτωχών, τα συσσίτια των απόκληρων και τα επιδόματα των φτωχοποιημένων που δεν είχαν τη γνωστική πολυτέλεια και την κοινωνική ευφυΐα να αντιληφθούν ότι τα υπερπλεονάσματα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που υπερέβησαν κάθε προσδοκία των Ευρωπαίων και κυρίως του ΔΝΤ ήταν αυτά που επιβάρυναν την ήδη κακή τους κατάσταση. Είναι ζήτημα αν κάποιοι εξ αυτών των παραπλανημένων ψηφοφόρων ήξεραν ότι τα πακέτα αυτά δίνονταν από το πέραν του 3,5% του ΑΕΠ υπερπλεόνασμα που συμφώνησε και πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ με την ανοχή των εταίρων που ήθελαν να ευτελίσουν στα μάτια του κόσμου και ολόκληρης της Ευρώπης κάθε έννοια αριστεράς ή δημοκρατικής πολιτικής.

Επιπροσθέτως, το πρόσωπο του Τσίπρα ήταν ανεκτό. Παρά τους κλαυθμυρισμούς των παραδοσιακών του συντρόφων, έδειξε «μπέσα» και συνέπεια προς τους δανειστές και σε κορυφαίους ξένους παράγοντες. Αυτοί με τη σειρά τους θεώρησαν υποχρέωσή τους να του φιλοτεχνήσουν προφίλ ηγέτη που έσπασε τη μίζερη και αντισυστημική εικόνα των αριστερών παραγόντων.

Αλλά όλη η συστημική δημοσιολογία στην Ελλάδα και την Ευρώπη τού πίστωσε κυρίως ότι ακύρωσε για το αόριστο μέλλον κάθε συντεταγμένη παρέμβαση της Αριστεράς, εξανέμισε την αξιοπιστία και τη σταθερότητα των ηγετών της και «κατόρθωσε» να περάσει σε ένα μεγάλο τμήμα λούμπεν προλεταριάτου ότι η κοινωνική πολιτική στη σύγχρονη εποχή τής ύστερης νεωτερικότητας ταυτίζεται με τον περιστασιακό βικτωριανισμό του 19ου αιώνα, όπου οι κοινωνικές παρεμβάσεις της βασίλισσας, στο ανύπαρκτο τότε κοινωνικό κράτος, λογίζονταν ως εκδηλώσεις κοινωνικής …ευαισθησίας.

Έτσι τα μεσοστρώματα και οι προλετάριοι, -που το τρίτο Μνημόνιο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μαζί με τα προηγούμενα Μνημόνια, έθεταν εκτός παραγωγικής διαδικασίας αφού κατέστρεψαν τον παραδοσιακό μικρο-ιδιοκτητικό τρόπο παραγωγής-, είδαν το «τυρί» των «φιλάνθρωπων» ηγετών αλλά δεν είδαν τη «φάκα» τής μόνιμης οικονομικής και κοινωνικής αναπηρίας, της ραγδαίας δηλαδή μεταβολής-μετάπτωσης της χώρας σε δευτερεύουσα-συμπληρωματική οικονομία και κοινωνία σε σχέση με τις κεντροευρωπαϊκές.

Γι’αυτό και οι συχνοί έπαινοι της ΕΕ και κυρίως του «σοσιαλιστή» Μοσχοβισί, αφού οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εξευτέλισαν την εναλλακτική προοπτική τής Ευρώπης και της ελληνικής κοινωνίας για τις επόμενες πολλές δεκαετίες. Ήδη οι απομειωμένοι Podemos συρρικνώθηκαν και έγιναν ουρά των συστημικών κομμάτων. Τον κατήφορο της γαλλικής αριστεράς παίρνουν ραγδαία και οι Αριστεροί του Die Linke στη Γερμανία που οι μεγάλες τους απώλειες ακόμη και στα παραδοσιακά τους προπύργια της τέως Ανατολικής Γερμανίας, προμηνύουν περαιτέρω πολιτική συρρίκνωση και εξαφάνιση.

V. Το Κίνημα Αλλαγής (ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ) σε υπαρξιακό αδιέξοδο

Το ΚΙΝΑΛ (ΠΑΣΟΚ) δεν κατάφερε να επιτύχει αξιοπρεπή ποσοστά παρά την παγιωμένη «μνημονιακή κανονικότητα». Δεν κέρδισε από τη μικρή εκλογική φθορά του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος προηγουμένως κατόρθωσε να έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος πρωτοκλασάτων στελεχών τού εκσυγχρονιστικού και του ύστερου ΠΑΣΟΚ μέσω της πλασματικής «Δημοκρατικής Συμμαχίας».

Εξάλλου, η διάψευση από το ύστερο ΠΑΣΟΚ των οραμάτων των προοδευτικών πολιτών «της Αλλαγής», σίγουρα προξένησε μεγαλύτερα και αγεφύρωτα ρήγματα με την εκάστοτε ηγεσία του.

Οι απαιτήσεις τής εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ από την ηγεσία του ήσαν μεγαλύτερες και ποιοτικότερες από αυτές που είχαν οι παραδοσιακοί δεξιοί από τις εκάστοτε ηγεσίες τής ΝΔ. Έτσι η επάνοδος αυτών των πολιτών στον πρότερό τους χώρο είναι αδύνατη. Και μετά την εκκωφαντική δεύτερη διάψευση αυτών των εκλογέων (της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ) και από τον ΣΥΡΙΖΑ, δύσκολα θα πιστέψουν για τρίτη φορά μια νέα δημοκρατική φωνή. Έτσι και το ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ θα σύρεται ως θεραπαινίδα τού συστήματος. Το κάποτε πιο ζωντανό και ελπιδοφόρο ρεύμα, ως βάση μιας εναλλακτικής λύσης από αυτήν που επέβαλαν οι δανειστές, θα αδρανοποιείται.

Η συνεργασία εξάλλου με το «Ποτάμι», όπως είχαμε έγκαιρα προειδοποιήσει, κατέστησε πιο αναξιόπιστο και αφερέγγυο, περιστασιακό και αποϊδεολογικοποιημένο τον κορμό του ΠΑΣΟΚ.

Στην αβέβαιη αυτή πορεία, χωρίς διακριτή πλέον ταυτότητα, μετά την επιψήφιση και των τριών Μνημονίων (μεταξύ των οποίων και του εναρκτήριου στο Καστελόριζο) και με ασθενή ερείσματα στην Ευρώπη, θα κινείται μεταξύ περαιτέρω συρρίκνωσης και αμφίπλευρης απορρόφησης από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.

VI. Η ψήφος στο ΚΚΕ. Στρατηγική ήττα, αντίστοιχη του 1989 (συνεργασία με Κων/νο Μητσοτάκη)

Το ΚΚΕ σημείωσε πολύ μικρό για τις περιστάσεις ποσοστό, όχι ως αριστερή δύναμη, αλλά ως συνεπές πολιτικό κόμμα σε ό,τι πραγματικό ή ουτοπικό πιστεύει.

A contrario όμως με τις πολιτικές του επιλογές, δεν απέτρεψε -κατά τις δυνάμεις του- την εξαπάτηση του λαού και την επιβολή του μνημονιακού καθεστώτος. Μετά την κατάρρευση εκ των έσω τού υπαρκτού σοσιαλισμού, το αφήγημα «δεν είναι το Μνημόνιο, είναι ο καπιταλισμός» δεν έχει ακροατές και αντικειμενικά απενοχοποιεί τη μνημονιακή τάξη.

Αρνήθηκε ευρύτερες εκλογικές συμπορεύσεις, απείχε από κοινές κινητοποιήσεις και είχε κάποιες έμμεσες ωφέλειες και ανοχές από την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Έχασε όμως την επιρροή του σε παραδοσιακούς εργατικούς χώρους, στα κινήματα της Αυτοδιοίκησης κ.λπ.

Η φραστική διαφοροποίηση δεν απέτρεψε την εμβάθυνση του Μνημονίου από τις μνημονιακές δυνάμεις ούτε την επικράτηση της μνημονιακής ατμόσφαιρας των τελευταίων εκλογών. Έτσι, δεν αποτέλεσε κίνδυνο για τους δανειστές γι’αυτό και αυτοί δεν ασχολήθηκαν ποτέ μαζί του. Η εκλογική του επίδοση ήταν σε περιορισμένα συστημικά όρια και για τον λόγο αυτό το μέλλον του δεν προοιωνίζεται ελπιδοφόρο, κάτι που θα κάνει φτωχότερο το πολιτικό εποικοδόμημα.

Το ΚΚΕ όμως, όπως έχουμε αναφέρει και σε άλλες αναλύσεις μας, κατατρέχεται από το σύνδρομο «του βρώμικου ‘89», όπου στράφηκε άνευ αρχών (όπως είχαμε γράψει τότε) ωφελιμιστικά κατά του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, συμμάχησε με τη χειρότερη εκδοχή τού ευρωκομμουνισμού στην Ελλάδα που μέχρι τότε πολεμούσε και αντικειμενικά με τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη και την ανοχή στην επόμενη κυβέρνηση Μητσοτάκη πέρασαν το Μάαστριχτ και το σκληρό εργασιακό πακέτο του 1990 (τοπικά σύμφωνα, μερική απασχόληση, ΕΠΑ, εταιρίες προσωρινής εργασίας, ενοικίαση εργαζομένων, μαζικές απολύσεις συμβασιούχων κ.λπ.).

Εξάλλου, για το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε και εφήρμοσε το χειρότερο Μνημόνιο, δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι κορυφαίοι υπουργοί και συνεργάτες του Τσίπρα μετείχαν στην περιστασιακή κυβερνητική ή κοινοβουλευτική πλειοψηφία των δεξιών κυβερνήσεων 1989-1990.

VII. Η ψήφος στα μικρότερα κόμματα. Η στάση τους ευνόησε τον μνημονιακό διπολισμό.

Τα άλλα μικρότερα κόμματα (ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.ά.) απέτυχαν να δείξουν βιωσιμότητα, προοπτική και μέλλον. Δεν ερμήνευσαν σωστά τη συγκυρία και δεν αντιλήφθηκαν τη στάση του λαού. Συμπεριφέρθηκαν αυτοποιητικά, με μερική προσέγγιση των γεγονότων, στο μέτρο που επιβεβαίωναν τις ιδεολογικές τους θέσεις. Την κατάλληλη στιγμή, δηλαδή το καλοκαίρι του 2015, μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, έπρεπε όλοι (και αυτά τα κόμματα και το ΚΚΕ) να μην αρνηθούν την εκλογική συμπόρευση, που τους είχαμε προτείνει. Την αρνήθηκαν και μετά τις Ευρωεκλογές. Με δεδομένη μάλιστα και τη μνημονιακή ανοχή, πλέον, της πλειοψηφίας τού λαού, το μέλλον τούς επιφυλάσσει μόνον την υποδοχή ομάδων διαμαρτυρίας.

Ως προς τα άλλα μικρά κόμματα που εισήλθαν στη Βουλή (Γιάνης Βαρουφάκης, Κυριάκος Βελόπουλος), οι ηγεσίες τους ευνοήθηκαν από τη συγκεχυμένη συγκυρία αφού έχει αποδειχθεί ότι, σε συνθήκες κοινωνικής παραζάλης (όπως αναφέρει και η Ναόμι Κλάιν στο «Δόγμα του σοκ») και γενικευμένης κοινωνικής επιδείνωσης, ορισμένα μειοψηφικά κοινωνικά στρώματα -είτε χαμηλής γνώσης, είτε εξειδικευμένης αντίληψης και ιδεολογικής αναφοράς- εκφράζονται μεταξύ θυμικού και άγνοιας με ισχυρή δόση αντισυστημικής διάθεσης και αυτοποιητικής αισθητικής.

Η επιλογή συνεπώς έγινε με κριτήρια εκλογικής συγκυρίας. Το κόμμα π.χ. του πρώην βουλευτή του ΛΑΟΣ και του Μνημονίου Παπαδήμου Κυριάκου Βελόπουλου, ψηφίστηκε ως κατ’εξοχήν …αντισυστημικό γιατί λησμονήθηκε παντελώς η μνημονιακή του προέλευση και γιατί βεβαίως συρρικνώθηκε η Χρυσή Αυγή.

VIII. Το τέλος τής Αριστεράς στην Ελλάδα μετά τον ευτελισμό τής εναλλακτικής προοπτικής από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ανέφικτο ένα νέο αριστερό αφήγημα τις επόμενες δεκαετίες!

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι Αριστερά, δηλαδή δεν μπορεί με τη μνημονιακή ακύρωση να προσφέρει εναλλακτική λύση. Αλλά ούτε και το ΚΚΕ αποτελεί αυτή την πρόσφορη Αριστερά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ιδιοτελή σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ και την ακόμη εξευτελιστικότερη ιδεολογικά απορρόφηση κεντρικών του στελεχών, όπως επίσης και με τις τελευταίες διευρύνσεις προς τους τριπλομνημονιακούς υπουργούς του ύστερου ΠΑΣΟΚ, προτίμησε να ακολουθήσει ένα σχέδιο μετάλλαξης σε φιλελεύθερο κόμμα χωρίς ταξικές αναφορές, όπως είχε (σε περιορισμένο έστω επίπεδο) παραδοσιακά η Αριστερά, νομίζοντας ότι η άσφαιρη πλέον και κενή αριστερή φρασεολογία θα τον συντηρήσει επί μακρόν ως αριστερή ή κεντροαριστερή δύναμη.

Αν επιβιώσει στον μετεωρισμό του, μακριά ακόμη και από την ελάχιστη επιρροή στην Αυτοδιοίκηση και στο απομειωμένο Εργατικό Κίνημα, θα μεταβληθεί σε μια συνιστώσα τού συστήματος, ευεπίφορη σε συμπράξεις και συγκυβερνήσεις γερμανικής τεχνοτροπίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκοψε παντελώς την επικοινωνία του με τάξεις και στρώματα που στηρίζουν τις αρχές και την ιδεολογία της εναλλακτικής ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Στηρίζεται πλέον σε πολλά στρώματα με πυρήνα αυτά που ευνοήθηκαν από τη διακυβέρνησή του και τα Μνημόνια και με τα οποία έχτισε πολιτικές σχέσεις ανεξαρτήτως ταξικής καταγωγής.

Η εκλογική του διάσωση, στη βάση ωφελιμιστικών-πελατειακών σχέσεων με την κοινωνιοκτόνα πολιτική μέτρων τού «υπερπλεονάσματος», είναι θνησιγενής με πολλά στοιχεία πολιτικού αμοραλισμού. Η θέση του είναι πλέον στις διαχειριστικές, υποβοηθητικές, δευτερεύουσες και συμπληρωματικές του συστήματος αστικές δυνάμεις.

Συμπερασματικά, από την κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ καταδείχθηκε ότι ο απόλυτος ιδεολογικός αμοραλισμός στην πολιτική δεν έχει όρια. Η μεγάλη εκδούλευση που προσέφερε, δηλαδή να περάσει στον λαό μας τη θεραπεία-«σοκ» με προοδευτικοφανή ορολογία, δεν θα μείνει χωρίς ανταπόδοση και στο μέλλον από τους στρατηγικούς δανειστές και εταίρους στην Ευρώπη. Αυτοί έχουν κάθε λόγο να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του, όχι βεβαίως του κλασικού ΣΥΡΙΖΑ αλλά του νέου ΣΥΡΙΖΑ «του Τσίπρα», ώστε να αποδεικνύεται στους λαούς η …αξιοπιστία και η ιδεολογική …ηθική τής …Αριστεράς.

Έτσι η πιο ορθή στάση, ως εκδήλωση ύστερης μετάγνωσης μετά την αρνητική κυβερνητική εμπειρία, θα ήταν η αυτοδιάλυση και η διευκόλυνση άλλων πρωτοβουλιών που θα επανέφεραν τη χαμένη τιμή τής δημοκρατικής παράταξης και του εναλλακτικού λόγου.

Τη θεραπεία-«σοκ», το «τούβλο» του Μνημονίου (Φρίντμαν), ανέλαβαν και το πέρασαν στον λαό μας τα κόμματα που κέρδισαν τις εκλογές. Τέτοιο προηγούμενο δεν υπάρχει στην μεταπολεμική ιστορία τής Ευρώπης!!

Ο λαός μας με την εκλογική του συμπεριφορά μπορεί πρόσκαιρα να τιμώρησε τα μνημονιακά κόμματα αλλά επιγενομένως, θεωρώντας ότι το Μνημόνιο τέλειωσε, επέλεξε (όπως αναπτύξαμε παραπάνω) τα δύο μεγαλύτερα με τους ισχυρότερους ηγέτες για να διαχειριστούν τη μνημονιακή …έξοδο!! Προέκρινε δηλαδή τους δύο ικανότερους (κατ’αυτόν) διαχειριστές εξόδου και από αυτούς τον πιο …αξιόπιστο Μητσοτάκη.

Η κατακερματισμένη Αριστερά δεν έχει μεγάλη υπόληψη στη συνείδηση του λαού ο οποίος με την ετυμηγορία του αρνήθηκε τη χρησιμότητά της, αφού, στη νέα αυτή φάση, πιστεύει ότι βγήκε από τα Μνημόνια και του επιφυλάσσονται καλύτερες ημέρες.

Αυτήν την ελάχιστη έως ανύπαρκτη υπόληψη της συνόλης Αριστεράς και της εναλλακτικής λύσης, την υποτιμήσαμε ως καθοριστικό μέγεθος της συμπεριφοράς των πολιτών. Όλες συλλήβδην οι αντιμνημονιακές δυνάμεις είχαν από περιορισμένες έως μεγάλες ψευδαισθήσεις. Δεν συλλάβαμε το μέγεθος της ανυποληψίας των κατά τα άλλα ορθών συλλογισμών και συμπερασμάτων λόγω της προϊούσας και καταιγιστικής επικράτησης της μικρής εμπειρίας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ως κυβερνώσας Αριστεράς.

Και είναι θλιβερό ότι πολλοί, ακόμη και παραδοσιακά αριστεροί, πολίτες προτίμησαν λόγω ενδομνημονιακής πόλωσης, τους όψιμους νεοβικτωριανούς της πάλαι ποτέ Ανανεωτικής Αριστεράς που έχουν ταυτιστεί με τον πιο παρωχημένο νεοφιλελευθερισμό, τον βικτωριανισμό και πολλές συμβολικές αντικοινωνικές νομοθετικές πρωτοβουλίες (κατάργηση του ΕΚΑΣ, σκληρό ασφαλιστικό φορολογικού χαρακτήρα, αρνητικό κυβερνητισμό, εν γένει θεραπεία-σοκ του τρίτου γενικευμένου και ανακεφαλαιωτικού Μνημονίου).

Επομένως, η όποια εναλλακτική θέαση που επαγγέλλεται η Αριστερά (υπάρχουσα ή μελλοντική) δεν έχει θέση και λόγο σ’αυτό το αφήγημα. Κυρίως δεν έχει θέση στη συνείδηση της πλειονότητας των νέων που είναι οι βασικοί φορείς τού ψευτο-αφηγήματος του νεοφιλελευθερισμού, που καλλιεργείται κυρίως στα νεανικά στρώματα με την πολύχρονη διαβρωτική προετοιμασία των νεοφιλελεύθερων διδασκαλιών και απλοποιημένων «επιτυχημένων» οικονομικών αφηγημάτων στα πανεπιστήμια, τους χώρους εργασίας και διασκέδασης.

ΙΧ. Απόλυτη κυριαρχία τού μνημονιακού νεοφιλελευθερισμού σε πολιτική-οικονομία. Κομβικός ο ρόλος των ΜΜΕ. Η τουρκική προκλητικότητα μόνιμο στοιχείο τρομοκράτησης και συντηρητικοποίησης του εκλογικού σώματος.

Η απόλυτη κυριαρχία του ψευδο-αφηγήματος ότι «βγήκαμε από το τούνελ των Μνημονίων και πάμε μπροστά», θα δώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα κυριαρχία στις συντηρητικές δυνάμεις αφού η μεταστροφή τού εκλογικού σώματος παγιώθηκε σε συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, κάτι που αποδεικνύει μονιμότερες ψυχολογικές και ιδεολογικές προδιαθέσεις. Επομένως διαφαίνεται μια περίοδος επικυριαρχίας των μνημονιακών κομμάτων (κυρίως ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ), αφού η διάψευση του αφηγήματος είναι δύσκολη με τον διαρκή και συνεχόμενο ιδεολογικό και πολιτικό μιθριδατισμό, δηλαδή τη σταδιακή αλλαγή τής πολιτικής συνείδησης από τον ιδιότυπο μνημονιακό διπολισμό και τις θεραπαινίδες του.

Όλοι δηλαδή αποδέχονται τη μετατροπή μιας πάλαι ποτέ κυρίαρχης χώρας σε μια δευτερεύουσα-ελλειμματική-συμπληρωματική οικονομία και κοινωνία εν σχέσει με τις κεντροευρωπαϊκές, όπως προαναφέραμε πολλάκις. Όλοι συναινούν στη βαλκανοποίησή της, όπως απροσχημάτιστα όρισε για τη συνάρτηση Εργασιακού-Ασφαλιστικού κ.λπ. το λεγόμενο «Μνημόνιο Παπαδήμου» (ν. 4046/2012, σελ. 713 επ.).

Άλλος προοδευτικός πόλος είναι δύσκολο να συγκροτηθεί με στοιχεία βιωσιμότητας και κυριαρχίας, υποκειμενικά και αντικειμενικά, τα προσεχή χρόνια. Η δεσπόζουσα μνημονιακή δημοσιολογία είναι κυρίαρχη με τους επιφανέστερους λειτουργούς τής μνημονιακής προπαγάνδας εντός του Κοινοβουλίου.

Επομένως, είναι προεξοφλημένη η απόλυτη συνέπεια του νέου πολιτικού προσωπικού στην προώθηση και την υλοποίηση, έστω και με αντιδημοκρατικές και αντικοινοβουλευτικές μεθόδους, ενός συνολικού νεοφιλελεύθερου προγράμματος «τελικής λύσης» με τους εξής κυρίως άξονες:

α) Ιδιωτικοποιήσεις όλων των δημόσιων-κοινωφελών επιχειρήσεων που είναι ακόμη εκτός ΤΑΙΠΕΔ-Δημοσίου σε συνδυασμό με την πώληση των κύριων στοιχείων του διαχρονικού άυλου και υλικού πλούτου τής πατρίδας και

β) Δραστική μείωση των κοινωνικών δαπανών, συρρίκνωση του εξασθενημένου Κοινωνικού Κράτους και πλήρη απελευθέρωση του εμπορίου, της αγοράς, των αγαθών και των τιμών. Κάτι δηλαδή εντελώς αντίθετο από την πορεία οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης επί τη βάσει των κύριων χαρακτηριστικών τους γνωρισμάτων, που ακολουθούν τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη που, εν τούτοις, μας επιβάλλουν το αντίθετο (π.χ. δημιουργία εθνικών κεφαλαίων για εξασφάλιση της μη αγοραιοποίησης και αλλαγής ιδιοκτησίας στις κύριες επιχειρήσεις-εθνικούς πρωταθλητές σε Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία κ.λπ).

Στη Γερμανία μάλιστα, στο νέο πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης 2020-2030 που ψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, κεντρική θέση έχει η δημιουργία κρατικού Κεφαλαίου (φορέα) με τη βοήθεια και ιδιωτικών συγκροτημάτων ώστε να αποτραπεί η παράδοση των εθνικών επιχειρήσεων μέσω αγοράς από την Κίνα και άλλους επίδοξους αγοραστές.

Οργανωμένη και υπολογίσιμη αντίδραση της κοινωνίας δεν προβλέπεται να εκδηλωθεί γιατί είναι παραιτημένη, απογοητευμένη, χρεωμένη, διαψευσμένη, χωρίς ελπίδα και όραμα. Η ανυπαρξία φοιτητικού, εργατικού, συνεταιριστικού και άλλων κινημάτων ευνοεί την απάθεια και απραξία. Η συντηρητική μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας θα είναι καθοριστικό στοιχείο για τη νέα πολιτική κατάσταση επί μακρό χρονικό διάστημα.

Η προκλητική άλλωστε και κλιμακούμενη στάση της Τουρκίας και οι τελευταίες συνδυασμένες παρεμβάσεις της σε Αιγαίο και Κυπριακή ΑΟΖ με την αναθεωρητική πολιτική που προωθεί καθημερινά στα διεθνή φόρα, θα είναι ένας διαρκής παράγοντας κατατρομοκράτησης και συντηρητικοποίησης του λαού μας. Το γεγονός αυτό τον επηρέασε σημαντικά και στις πρόσφατες εκλογές και θα διαμορφώνει εφεξής μόνιμα και καταλυτικά την πολιτική του έκφραση, όπως άλλωστε έδειξε και η σταδιακή αφομοίωση της εθνοκτόνας και πολλαπλά επιζήμιας Συμφωνίας των Πρεσπών. Η μνημονιακή δημοσιολογία άλλωστε υποβαθμίζει διαρκώς τη δραστικότητα των πρωτοβουλιών Ερντογάν κυρίως εις βάρος της πατρίδας μας, ως δήθεν απονενοημένα διαβήματα της δυσχερούς θέσης του ιδίου και της Τουρκίας…!!

Επομένως, συμπυκνώνοντας όσα αναπτύξαμε παραπάνω, μπορούμε ανεπιφύλακτα να υποστηρίξουμε ότι:

– Ο λαός ψήφισε με βάση το ψευδο-αφήγημα για έξοδο από το Μνημόνιο.

– Ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαχείριση του ψευδο-αφηγήματος της εξόδου και της συστημικής μνημονιακής διανόησης, ήταν κομβικός.

– Οι πολίτες πείστηκαν επειδή δεν γνωρίζουν το κυρίαρχο μνημονιακό θεσμικό πλαίσιο και τις περαιτέρω δεσμεύσεις της χώρας.

– Το χειρότερο είναι ότι ο λαός δεν θέλει να ακούσει δυσάρεστες αλήθειες, πολύ δε περισσότερο να αναλάβει ευθύνη και δράση με δεδομένο το πλαίσιο της ΕΕ και τις επιταγές των κυρίαρχων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

– Η ΝΔ-Μητσοτάκης έπεισαν ότι είναι ικανότερη πολιτική δύναμη διαχείρισης της …εξόδου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία και την οικονομία.

– Ο ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρας αναδείχθηκε σε δευτερεύουσα μνημονιακή διαχειριστική δύναμη και απέκοψε κάθε δεσμό με την Αριστερά και την εναλλακτική σοσιαλδημοκρατία, παρά τις ευρωπαϊκές επικαλύψεις και εντάξει που έχει εξασφαλίσει.

– Η Αριστερά, μετά τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, τέλειωσε για την Ελλάδα και την Ευρώπη καθιστώντας ανέφικτο ένα νέο αριστερό αφήγημα για τις επόμενες δεκαετίες.

– Υπάρχει συντηρητικοποίηση του εκλογικού σώματος που αποτρέπει προοδευτικές πρωτοβουλίες για τα επόμενα χρόνια.

– Τα υπαρκτικά προβλήματα από τη στάση των γειτόνων μας (κυρίως της Τουρκίας) είναι ένα περαιτέρω στοιχείο συντηρητικοποίησης του λαού.

Όλα αυτά τα φαινόμενα, εσωτερικά και διεθνή, όπως και το επιδεινούμενο Μεταναστευτικό, θα κρατούν τον λαό αδρανή, φοβισμένο, συντηρητικό, επιφυλακτικό. Και από τη στάση αυτή θα ευνοούνται τα διαχειριστικά τής νέας κατάστασης κόμματα που δεν αποκλείεται στο μέλλον να συμπράξουν παρά τις προσωπικές-επιφανειακές διαφορές τους.

Η έννοια «υπέρβαση» για την παρούσα κατάσταση θα είναι άγνωστη για μεγάλο χρονικό διάστημα αφού το πολιτικό προσωπικό -δέσμιο, εξαρτημένο και απολύτως παραδομένο στη μνημονιακή ευρωπαϊκή διακυβέρνηση- θα είναι ευάλωτο και σε επιλογές που θα είναι επιζήμιες για τον λαό και τη χώρα.

Με κάθε δύναμη ψυχής, απευχόμαστε η νέα αυτή κοινωνική πολιτική και ιδεολογική κατάσταση του εκλογικού σώματος να είναι προπομπός σοβαρών εξελίξεων και πιθανόν εθνικών περιπετειών.-

επόμενες δεκαετίες

Το τέλος τής Αριστεράς μετά το Μνημόνιο ΣΥΡΙΖΑ