Παρουσίαση του βιβλίου «Πρώτη φορά Αριστερά» του Βασίλη Ασημακόπουλου

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (Εκδόσεις Andys)

«Πρώτη φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις,

εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ

την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις

του πολιτικού μεταμορφισμού του»

 

Νομισματικό Μουσείο, 3/7/2017

 

Κυρίες, κύριοι,

Ευχαριστώ τον παλαιό μου συνεργάτη, συμπολίτη, στενό φίλο και συνοδοιπόρο στους πολιτικούς αγώνες, Βασίλη Ασημακόπουλο, για την τιμή να συμπαρουσιάσω μαζί με άλλους, «πρώτης γραμμής», πολιτικούς διανοητές, το βιβλίο του «Πρώτη φορά Αριστερά», που αναφέρεται στο ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1990 και στους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς τής ελληνικής κοινωνίας αυτή την περίοδο.

Όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό σημείωμα υπό τον τίτλο «Ευχαριστίες και λίγα προσωπικά λόγια», το παρόν βιβλίο αποτέλεσε τη βάση τής διδακτορικής διατριβής που στήριξε ο Βασίλης Ασημακόπουλος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο τον Απρίλιο του 2016.

Για τον υπομονετικό αναγνώστη τού μεγάλου (όντως) αυτού βιβλίου, πολύ πλούσιου και διεισδυτικού στην ανάλυση και παρουσίαση των πολιτικών γεγονότων και ιδεολογικών συγκρούσεων αυτής της ενδιαφέρουσας περιόδου στην Ευρώπη και την Ελλάδα (αφού πλέον έχουμε εισέλθει στην περίοδο τής απόλυτης -έστω και ετεροχρονισμένης-  αλληλεξάρτησης), η αμοιβή θα είναι η «θέαση» του «καθ’ Όλου» τής πολιτικής θεωρίας και πράξης, απόκτημα και βίωμα που είναι απαραίτητο για την κατανόηση της σημερινής πορείας της Ελλάδας και της ΕΕ.

Μιας δηλαδή πορείας συνολικής υποχώρησης των πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων, απόσβεσης των ιδεολογικών διαφορών και συγκρούσεων και επικράτησης (ανάλογα με τη δυναμικότητα κάθε χώρας) ενός επιλεγόμενου, ή εντελώς ετερόνομου, κοινωνικο-οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, που -όπως έχω υποστηρίξει από την αρχή της κρίσης-  συγκροτούν μια συντεταγμένη αταβιστική επιστροφή στη βικτωριανή εποχή.

Περίοδος που η οικειοποίηση του πλούτου των λαών από την τότε κοσμοκράτειρα, με όλες τις μεθόδους (και ασφαλώς αυτές τής πρωταρχικής συσσώρευσης),

-αύξανε την επικυριαρχία της άρχουσας τάξης,

-κατέστρεφε τους μικρομεσαίους παραγωγούς,

-καταργούσε τους εθνικούς πολιτισμούς και τις ιδιαιτερότητές τους,

-εξαθλίωνε τη μεγάλη μάζα των εργαζομένων

-και οδηγούσε στο Κοινωνικό Κράτος των συσσιτίων, της έσχατης δηλαδή ταπείνωσης, τους νεανικούς και παιδικούς κυρίως πληθυσμούς.

Γιατί τα πράγματα πλέον είναι καθαρά:

Μετά την Ενιαία Πράξη το 1986, η Ευρώπη επέλεξε τη «μονοθεματική» ιδεολογία τού νεοφιλελευθερισμού. Στα επόμενα δε κείμενα των Συνθηκών και των Παραρτημάτων του Μάαστριχτ αλλά και της Συνθήκης της Λισαβόνας, με τους συνήθεις βεβαίως ευφημισμούς και τις πάντα «χρήσιμες» αμφισημίες, ουσιαστικά απαγορεύεται η εναλλακτική οργάνωση της παραγωγικής βάσης και κατ’επέκταση των δομουμένων επ’αυτής κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων.

Και χαίρομαι ιδιαιτέρως που ο εκλεκτός φίλος Βασίλης Ασημακόπουλος αναφέρεται εκτενώς στο βιβλίο του στη δημόσια κριτική που τότε ασκήσαμε στις ιδεολογικές και κοινωνικές προδιαγραφές αυτής της …περιβόητης Ενιαίας Πράξης.

 

Αγαπητοί φίλοι,

Το γεγονός ότι αυτές οι ανησυχίες μας επαληθεύτηκαν από την πορεία των πραγμάτων (κάτι που ο Βασίλης εκτενώς τεκμηριώνει στο βιβλίο του), δεν σημαίνει ότι επανακάμπτει στη σύγχρονη πραγματικότητα ο «θεσμός των προφητών».

Απλώς υπάρχουν και ορισμένοι διανοητές, μεταξύ των οποίων και ο φίλος μου ο Βασίλης Ασημακόπουλος, που έχουν την κουραστική συνήθεια να διαβάζουν τα αυθεντικά κείμενα και να μην αρκούνται στις παραφράσεις τους από τους εκπροσώπους των κοινοτικών οργάνων αλλά και της εγχώριας δημοσιολογίας.

Να σας φέρω ένα παράδειγμα από τη δημοσιολογία των ημερών μας που, είτε με την απόκρυψη κρίσιμων επισημάνσεων στις ανακοινώσεις των κοινοτικών οργάνων, είτε με τις μεθόδους τής «συγγενούς» μετάφρασης οικονομικών ορισμών, είτε με την αποσιώπηση σοβαρών υποσημειώσεων, παρουσιάζεται μια εντελώς αντίθετη από την πραγματικότητα εικόνα:

Και η πρόσφατη απόφαση του Eurogroup (15-6-2017), όπως και η περσινή (24-5-2016), αναφέρεται με πολλές ηρτημένες αιρέσεις στο ενδεχόμενο της λήψης (στο βαθμό που θα χρειαστεί) μεσοπρόθεσμων μέτρων για το ελληνικό χρέος μετά το τέλος του προγράμματος.

Ως «τέλος του προγράμματος» νοείται, όχι η κατάργηση του νομικού καθεστώτος των πάνω από εξακοσίων εξήντα εφαρμοστικών των Μνημονίων νόμων που θα συνοδεύουν (κατά τη διατύπωσή τους) διαρκώς τη ζωή των επερχόμενων γενεών, αλλά ο τερματισμός της δανειοδότησης αυτής της μορφής, δηλαδή από τον ESM, για την πληρωμή των κουπονίων των τόκων και των ομολόγων προς αυτόν και προς άλλους πρόσκαιρους ή μονιμότερους δανειστές (εξυπηρέτηση χρέους).

Κι εδώ είναι που επιχειρείται η μεγάλη συνειδησιακή παραπλάνηση:

Ενώ οικοδομείται ένα «αφήγημα» για ελάφρυνση του λαού από ένα μέρος του χρέους, όλοι οι …υπεύθυνοι τραπεζίτες, διαπραγματευτές κ.λπ. γνωρίζουν πως στα κείμενα αναγράφεται ότι, αν αυτό γίνει αναγκαίο και πραγματοποιηθεί, θα γίνει «χωρίς καμιά περαιτέρω επιβάρυνση των δανειστών-κρατών μελών». Που σημαίνει ότι τις οικονομικά μετρήσιμες συνέπειες αυτής τής θρυλούμενης αντιμετάθεσης πληρωμών ή άλλης διευκόλυνσης στην πληρωμή του χρέους, θα τις χρεωθεί ο ελληνικός λαός.

Γι’αυτό άλλωστε και ο σκληρός με τη χώρα μας, αλλά νομικά ακριβής, προτεστάντης κ.Σόιμπλε, απαντώντας προχθές στη γερμανική Βουλή σε ερωτήσεις βουλευτών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Κόμματος Die Linke, για τον λόγο που δεν ελήφθη μια σαφέστερη απόφαση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα του ελληνικού χρέους, αυτός απάντησε: «Γιατί από τη μια πιστεύω ότι δεν θα χρειαστεί να ληφθούν εάν γίνουν οι αναγκαίες προσαρμογές της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και από την άλλη γιατί, εάν τώρα συγκεκριμενοποιούνταν, τότε ο ελληνικός λαός θα επιβαρυνόταν με τριψήφιο νούμερο δισεκατομμυρίων».

Και ερωτώ: Πόσοι Έλληνες γνωρίζουν τον πλήρη περί χρέους συλλογισμό; Και γιατί η ελληνική δημοσιολογία (κυβερνητική ή μη) αποκρύπτει τους ορισμούς των κειμένων και τις συνέπειες που επιφυλάσσουν οι προδιαγραφόμενες πολιτικές;

 

Αλλά ας επανέλθουμε, κυρίες και κύριοι, στην αλληλουχία του βιβλίου και στον προκλητικό του τίτλο που βεβαίως συμμερίζομαι, αφού, για πρώτη φορά στην πατρίδα μας κατά την περίοδο 1981-1985, πράγματι εφαρμόστηκε ένα ιεραρχημένο και (με τα μέτρα της εποχής) πλήρες πρόγραμμα επανακαθορισμού των παραγωγικών σχέσεων κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα

-με την πολύπλευρη συμμετοχή των εργαζομένων στο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι,

-με θεαματική αύξηση των μισθών και των συντάξεων,

-με κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών,

-με εκσυγχρονισμό της αστικής νομοθεσίας,

-με δικαίωση των εθνικών και κοινωνικών αγώνων και την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης,

όπως και πολλά άλλα μέτρα κατοχύρωσης του κυρίαρχου ρεύματος των μικρομεσαίων, που κινούσε άλλωστε τον πανάρχαιο και δεσπόζοντα μικρο-ιδιοκτητικό τρόπο παραγωγής.

Έτσι παρουσιάστηκε τότε, υπό την πολιτική κηδεμονία του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, το σπάνιο σε πολλές ιστορικές περιόδους και θετικό φαινόμενο τής σύμπτωσης των συμφερόντων των μικρομεσαίων στρωμάτων με αυτών της Εργατικής Τάξης υπό τη στενή έννοια, ένα «δολοφονικό» της άρχουσας τάξης μίγμα κατά τον Μαρξ, το μόνο ικανό να κλονίσει τα θεμέλια τού αστικού καθεστώτος.

Παρά ταύτα, οι οικονομικές προσαρμογές στην Ευρώπη και κυρίως ο συμβιβασμός της κυβέρνησης Μετώπου του Μιτεράν στη Γαλλία, διέχυσαν ένα γενικότερο κλίμα αναγκαίου «συμβιβασμού» που στην Ελλάδα εισήχθη ως απαραίτητος ελιγμός για την «παραπλάνηση» «του ταξικού αντιπάλου» ενόψει της νέας εφόδου για την ουσιαστική κατάληψη της εξουσίας από την Εργατική Τάξη και τους συμμάχους της, όπως διεκήρυσσε urbi et orbi* η ηγετική ομάδα του τότε ΠΑΣΟΚ.

Τότε (και ο Βασίλης Ασημακόπουλος τα περιγράφει με μεγάλη πολιτική και ιδεολογική ακρίβεια στη σελίδες 295 επόμ. του βιβλίου) παρατηρήσαμε με παρέμβασή μας στο 1ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ την άνοιξη του 1984 ότι η κυβέρνηση «μέχρι τώρα έχει προχωρήσει σε απλό εκσυγχρονισμό των καπιταλιστικών δομών» και ότι «οι προσυνεδριακές θέσεις τού πολύ καθυστερημένου 1ου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ δεν αναφέρουν απολύτως τίποτε για το κρίσιμο θέμα της διαδικασίας μετάβασης, με ποια συγκεκριμένα μέσα και με ποιες κοινωνικές δυνάμεις, θα πραγματοποιηθεί…».

Αναφέραμε τότε τα αποτυχημένα εγχειρήματα μετάβασης στον σοσιαλισμό, όπως «την εμπειρία της Χιλής», τονίζοντας ότι η αντίληψη «πρώτα ανάπτυξη μέσα από την άνοδο της παραγωγικότητας και σε επόμενη φάση θα εξεταστεί το ζήτημα των κοινωνικοποιήσεων, του εργατικού ελέγχου ή άλλων μορφών αυτοδιαχείρισης…» ακυρώνει οποιαδήποτε προοπτική μετάβασης στον σοσιαλισμό.

Τονίζαμε ότι η ουδέτερη τεχνική αντίληψη περί ανάπτυξης δεν είναι αθώα, αλλά ουσιαστικά σηματοδοτεί την εδραίωση και την παγίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που γίνεται ολοένα και πιο συγκεντρωτικός.

Και δίνοντας μια βαθύτερη εκτίμηση για τις ιδεολογικές ισορροπίες του κυβερνόντος πολιτικού υποκειμένου, διατυπώναμε την άποψη ότι «η ρίζα του προβλήματος είναι ότι δεν αποσαφηνιζόταν ταξικά η Εθνική Λαϊκή Ενότητα (ΕΛΕ) με αποτέλεσμα εντός της κυβέρνησης να έχουν κυριαρχήσει οι τεχνοκράτες που είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας υπονομεύοντας οποιαδήποτε προοπτική σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης».

Και καταλήγαμε στην ανάλυσή μας ότι «εκείνο που χρειαζόταν ήταν η ανατροπή αυτής της πορείας, η ταξική αποσαφήνισή της και η σκιαγράφηση μιας νέας πορείας υπό την κηδεμονία της Εργατικής Τάξης με σαφή αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική και ασφαλώς αυτοδιαχειριστική κατεύθυνση».

Εν πάση περιπτώσει συμφωνώ με τον Βασίλη ότι τότε, και υπό την επίδραση των ευρωπαϊκών δεδομένων, έγινε η μεγάλη στροφή και η Ελλάδα έχασε την πρώτη και τελευταία (για το ορατό μέλλον) ευκαιρία αλλαγής των παραγωγικών δομών, οικοδόμησης νέων υγιών και αυτοδύναμων παραγωγικών σχέσεων και ενός εν γένει κοινωνικού και οικονομικού συστήματος που θα αξιοποιούσε τον μικρο-ιδιοκτητικό τρόπο παραγωγής, που στο βάθος των οικογενειακών και τοπικών σχέσεων αναπαρήγαγε ένα μεγάλο ποσοστό τής μισθωτής εργασίας.

 

Κυρίες, κύριοι,

Συμμερίζομαι απολύτως τη θέση του βιβλίου που πρέπει να ομολογήσουμε ότι είναι το επιστημονικότερο και συνθετικότερο για το υπό διαπραγμάτευση αντικείμενο, ότι έκτοτε η χώρα εισήλθε στον αστερισμό τής μερικής ή απόλυτης ετερονομίας. Και ότι το πολιτικό σύστημα δεν διέβλεψε ότι ο εγκλεισμός, χωρίς την κατάλληλη και συστηματική προετοιμασία, του έντιμου μεν στις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας, αλλά κατ’ουσίαν αφελούς, εύπιστου και απροσανατόλιστου «ελληνικού ποιμενικού», στο ίδιο κλουβί με το «γερμανικό ντόπερμαν», έχει προδιαγεγραμμένη έκβαση.

Και ότι η εσπευσμένη, επεκτατικού χαρακτήρα, διεύρυνση της ΕΕ στις καθημαγμένες από τον υπαρκτό σοσιαλισμό και λεηλατημένες από τον άγριο νεοφιλελευθερισμό χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, θα εγκαθίδρυε στη βάση την επίσημη πορεία απόκλισης των χωρών της ΕΕ.

Και ακόμη περισσότερο ότι η υπό γερμανική (θεσμικά και οικονομικά) κηδεμονία και καθοδήγηση Ευρωπαϊκή Τεχνοδομή θα χρησιμοποιούσε την πρώτη κρίση χρέους, ανεξαρτήτως του τρόπου που δημιουργήθηκε, για να την μετατρέψει σε κρίση δανεισμού και δι’αυτού να υποβιβάσει και παλαιές χώρες της ΕΕ στη δεύτερη ταχύτητα.

Ήταν άλλωστε βέβαιο (και αυτό αποδεικνύεται από όλες τις σοβαρές δεξαμενές σκέψης παγκοσμίως) ότι μετά την πρώτη περίοδο της πιστωτικής ευφορίας με το σκληρό μεν αλλά υπερτιμημένο για τους Έλληνες ευρώ, θα ερχόταν η ωμή και σκληρή σύγκριση των ανταγωνιστικών ευρωπαϊκών οικονομιών. Όπου η χώρα (και άλλες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου) θα έπαιρναν τον δρόμο της διαρκούς απόκλισης.

Σε επιστέγασμα αυτών των εξελίξεων, ήρθε η Διακήρυξη της Ρώμης για τα 60 χρόνια της Συνθήκης της ΕΟΚ στη Μάλτα στις 3-2-2017 για να διατυπώσει πλέον ανοιχτά και απροσχημάτιστα την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων και των ομόκεντρων κύκλων…

-Τώρα που η πολιτική των Μνημονίων ρευστοποιεί τον διαχρονικό άυλο και υλικό πλούτο της πατρίδας μας σε βαθμό που να μην υπάρχει κανένα σοβαρό του στοιχείο υπό ελληνικό έλεγχο σε βάθος ενός αιώνα,

-τώρα που εξατμίζεται η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ελλήνων,

-τώρα που εκδιώκεται η σπουδαγμένη νεολαία μας και αιμοδοτεί πλέον κατά εκατοντάδες χιλιάδες τις ξένες-ανταγωνιστικές οικονομίες,

-τώρα που η «συσσιτιοποίηση» του οικογενειακού βίου των Ελλήνων συναγωνίζεται στον κατήφορο την απαξίωση των ολοένα επιδεινούμενων Εργασιακών Σχέσεων της ευελιξίας, της επισφάλειας, του μισθού-«φιλοδωρήματος»,

-τώρα που οι απόγονοι των οικογενειακών περιουσιών και των οικογενειακών παραγωγικών βιοτεχνικών ή μεταποιητικών επιχειρήσεων, τις εγκαταλείπουν λόγω του συνδυασμού πολλών μνημονιακών καταστροφικών μέτρων,

-τώρα που το παιδί αποποιείται την οικογενειακή εστία, το πατρογονικό σπίτι και τη ρίζα του (στοιχεία πάνω στα οποία δομήθηκε η οικογένεια, η αυτονομία, η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης γνώμης και εν τέλει η δημοκρατία),

τώρα λοιπόν είναι καιρός να συνέλθουμε και με ακρίβεια πνεύματος και γλώσσας να προσδιορίσουμε τι είναι Αριστερά αποδίδοντας τους αρμόζοντες χαρακτηρισμούς.

Γιατί, όπως διαρκώς επαναλαμβάνει ο Βασίλης Ασημακόπουλος, αυτοί που κρατικοποιήθηκαν μετά μια περίπου οκταετή διακυβέρνηση δικαιούνται να έχουν μιαν αριστερή ανάμνηση.

Αυτοί όμως που εν μια νυκτί ενσωματώθηκαν στο κράτος, μεταγράφοντας μάλιστα αστραπιαία ως αναγκαίο συμπλήρωμα πολλούς σκοτεινούς και αισθητικά αποκρουστικούς θύλακες του δεξιού μηχανισμού, απλώς δικαιούνται μιαν αριστερή ονείρωξη, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι.

Γιατί, όπως έλεγε ο μεγάλος Φρόιντ, οι ονειρώξεις στον ύπνο είναι ελεύθερες και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τη δημιουργία μιας αυταπάτης. Όταν όμως η αυταπάτη γίνεται κυβερνητικό πρόγραμμα ενός λαού, τότε ενεδρεύει η οικονομική απομείωση, η κοινωνική παρακμή, η θεσμική ετερονομία-εξάρτηση, η εθνική συρρίκνωση…

Αγαπητέ Βασίλη Ασημακόπουλε, είμαι βέβαιος ότι όποιος πλησιάσει με αγάπη και σεβασμό το βιβλίο, έχει να κερδίσει πολλά, κυρίως στο πεδίο της ιδεολογικής και πολιτικής αυτογνωσίας.

Και πάλι σ’ευχαριστώ για τις αναφορές σ’αυτό ορισμένων κρίσιμων ιδεολογικών-θεωρητικών τοποθετήσεων αλλά και πολιτικής δράσης εμού και του αδελφού μου Δημήτρη.

Καλοτάξιδο!

 

 

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *