ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ 2019

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

 

Αθήνα 16-11-2018

 

 

ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ 2019

ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΧΘΕΣ ΤΟ EUROWORKING GROUP!

 

Οι συνταξιούχοι απαιτούν:

Ακύρωση των περικοπών άμεσα με νόμο!

 

 

Ιδού οι δύο τροπολογίες της ΕΝΥΠΕΚΚ

που λύνουν οριστικά το θέμα!

 

1.Την αναστολή των περικοπών στις συντάξεις και ΜΟΝΟ για το έτος 2019 και όχι την ακύρωσή τους, όπως πανηγυρίζει η κυβέρνηση και τα φίλια προς αυτήν ΜΜΕ, αποφάσισε χθες το Euroworking Group.

Άλλωστε, δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά αφού η συζήτηση αφορούσε το σχέδιο προϋπολογισμού για το έτος 2019 και τη δυνατότητα επίτευξης του πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το ίδιο έτος χωρίς τις περικοπές των συντάξεων.

Έτσι οδηγούμαστε, κατά πάσα πιθανότητα, σε έναν νέο γύρο εμπαιγμού των συνταξιούχων και των οικογενειών τους, ενόψει μάλιστα των Ευρωεκλογών τον Μάιο του 2019 και τις ανεξέλεγκτες διαστάσεις που θα λάβει η κρίση στην Ιταλία τους επόμενους μήνες καθώς και μπροστά στον φόβο για την έντονη ευρωσκεπτικιστική διάθεση των ευρωπαϊκών λαών.

Οι περικοπές των συντάξεων μέσω του επανυπολογισμού τους και η εξεύρεση της προσωπικής διαφοράς (αρνητικής ή θετικής) θεσπίστηκε με τον ν. 4472/2017. Αργότερα με τον ν. 4549/2018 οι περικοπές ποσοτικοποιήθηκαν στα πλαίσια του Μεσοπρόθεσμου των ετών 2019-2022. Προβλέφθηκε δηλαδή η δυνατότητα οι περικοπές των συντάξεων να στοχεύουν στην επίτευξη του πλεονάσματος και των τεσσάρων (4) ετών 2019-2020-2021-2022.

Είναι σκόπιμο, επομένως, αντί της αναστολής τού μέτρου -και μάλιστα ΜΟΝΟ για το 2019-, αυτό να ακυρωθεί με νόμο δια παντός, για παλιούς και νέους συνταξιούχους, για κύριες και επικουρικές συντάξεις!

Γι’αυτό οι συνταξιούχοι απαιτούν όχι μόνο την αναστολή των περικοπών και όχι μόνο για το έτος 2019, αλλά την ακύρωση του θεσμού της προσωπικής διαφοράς και του επανυπολογισμού ΟΛΩΝ των συντάξεων (κύριων και επικουρικών, παλαιών και νέων).

Απαιτούν επίσης την επαναβίωση του θεσμού του ΕΚΑΣ, την ακύρωση του μέτρου που καταργεί τα οικογενειακά επιδόματα στις συντάξεις όπως επίσης και την ακύρωση του μέτρου που αναστέλλει τις αυξήσεις των συντάξεων μέχρι τα τέλη του 2022.

 

  1. Το Τμήμα Συντάξεων της ΕΝΥΠΕΚΚ επεξεργάστηκε σχέδιο δύο (2) τροπολογιών (για κύριες και επικουρικές συντάξεις, αντίστοιχα) οριστικής ακύρωσης του μέτρου των περικοπών των συντάξεων και όχι απλής αναστολής του, που προωθούν κυβέρνηση και δανειστές, με απώτερο στόχο:

α) αφενός μεν την αμετάκλητη και δια νόμου κατάργηση του επανυπολογισμού-αναπροαρμογής και προσωπικής διαφοράς, για όλους ανεξαιρέτως τους συνταξιούχους (παλιούς και νέους) και

β) αφετέρου την κατάργηση της «ρήτρας 2060» που ψήφισαν και τα 5 κόμματα του μνημονιακού τόξου με τον νόμο τού τρίτου Μνημονίου 4336/2015 και εξειδίκευσε ο νόμος Κατρούγκαλου (ν. 4387/2016, άρθρο 14 παρ. 4), με τον οποίο μειώνονται οι συνταξιοδοτικές δαπάνες μέχρι το 2060 ώσπου -προϊόντος του χρόνου- θα καταστούν ισχνά επιδόματα!

 

 

ΙΔΟΥ ΟΙ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

Παραθέτουμε τις δύο τροπολογίες (για κύριες και επικουρικές συντάξεις).

 

1.Τροπολογία για την ακύρωση των περικοπών στις κύριες συντάξεις

«Το άρθρο 14 του ν. 4387/2016 στο σύνολό του, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4472/2017 και ποσοτικοποιήθηκε με τον ν. 4549/2017 («Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022», Παράρτημα, σελ. 8672), καταργείται.».

 

2.Τροπολογία για την ακύρωση των περικοπών στις επικουρικές συντάξεις

«Το άρθρο 96 παρ. 4 του ν. 4387/16, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4472/2017 και ποσοτικοποιήθηκε με τον ν. 4549/2017 («Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022», Παράρτημα, σελ. 8672), καταργείται.».

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τους περήφανους και μαχητικούς συνταξιούχους να μην αρκεστούν στην απλή χρονική μετάθεση του μέτρου των περικοπών των συντάξεών τους, αλλά να στοχεύσουν στην καθολική ακύρωση του άδικου αυτού μέτρου, εμμένοντας στην κατάθεση και την υπερψήφιση των παραπάνω δύο τροπολογιών, γιατί είναι η μόνη δίκαιη λύση σήμερα ΚΑΙ για το μέλλον.

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τις πολιτικές ηγεσίες όλων των κομμάτων να συμφωνήσουν στην υπερψήφιση μόνο των παραπάνω τροπολογιών διότι μόνο αυτές λύνουν οριστικά και αμετάκλητα το σημαντικότερο σήμερα κοινωνικό ζήτημα.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

 

Περισσότερα

Γιατί αργούν οι αποφάσεις του ΣτΕ για τον νόμο Κατρούγκαλου

AΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

14/11/2018

Γιατί αργούν οι αποφάσεις του ΣτΕ για τον νόμο Κατρούγκαλου;

 

 

Δεκατρείς (13) μήνες μετά την εκδίκαση των προσφυγών από το Συμβούλιο της Επικρατείας (4-10-2017) και επτά (7) μήνες μετά την παραίτηση τού πρώην Προέδρου κ.Νικολάου Σακελλαρίου (16-5-2018) που κατήγγειλε παρεμβάσεις στη λειτουργία του, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας δεν έχει ακόμη εκδώσει τις αποφάσεις του για τη συνταγματικότητα ή μη του νόμου 4387/2016 (“νόμος Κατρούγκαλου”).

Η αγωνία των συνταξιούχων και όλου του λαού κορυφώνεται, πολύ περισσότερο όταν έχει γίνει ευρέως γνωστό ότι οι Διασκέψεις έχουν προ μηνών ολοκληρωθεί και οι αποφάσεις του έχουν ουσιαστικά ληφθεί.

Η κυβέρνηση, εν τω μεταξύ, βρίσκει την ευκαιρία να νομοθετεί επί θεμάτων (π.χ. εισφορές επιστημόνων, ελευθέρων επαγγελματιών, αγροτών) που έχουν απασχολήσει το ΣτΕ και όλοι αναμένουμε με ενδιαφέρον και αγωνία την κρίση Του.

Δεν υπάρχει προηγούμενο σε ευρωπαϊκή χώρα να έχουν καθυστερήσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αποφάσεις επί νομοθετήματος τέτοιας σπουδαιότητας για όλο τον πληθυσμό μιας χώρας!!

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ

         ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

12/11/2018

 

 

 

Αντισυνταγματικός ο ν. 3691/2008 (άρθρο 57)

για την αποσύνδεση του μισθού δικαστών-βουλευτών

που επικαλέστηκε ο Πρόεδρος της Βουλής!

 

 

Όφειλε να το γνωρίζει!

Ο ίδιος μάλιστα έχει ψηφίσει επιστροφή δεκάδων εκατομμυρίων

στους βουλευτές και τους κληρονόμους τους!

(ν. 4387/2016, άρθρο 23 παρ. 4 εδ.β-γ)

 

 

Με την ευκαιρία των δηλώσεων του κ.Προέδρου της Βουλής, ο Πρόεδρος της ΕΝΥΠΕΚΚ έκανε την ακόλουθη δήλωση:

 

«Όφειλε ο κ.Πρόεδρος της Βουλής να γνωρίζει ότι ο ν. 3691/2008 (άρθρο 57), που επιχείρησε την αποσύνδεση του μισθολογίου των δικαστών από τη βουλευτική «αποζημίωση», έχει κριθεί αντισυνταγματικός με τις υπ’αριθ. 478/2016 και 113/2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Την αντισυνταγματικότητα της ανωτέρω διάταξης αναγνώρισε πανηγυρικά και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Βουλής που υπερψήφισε την κατάπτυστη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 (εδ. β-γ) του ν. 4387/2016 που διέταξε την καταβολή εκατομμυρίων αναδρομικών στους βουλευτές και τους κληρονόμους τους.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ παραθέτει τις δύο αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και τη ρύθμιση του άρθρου 23 παρ. 4 εδ. β-γ του ν. 4387/2016.

Οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίνουν αποστομωτική απάντηση σε όσα δήλωσε ο κ.Πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος όφειλε –τουλάχιστον- να είχε ενημερωθεί προηγουμένως».

 

 

Αριθμός απόφασης: 478/2016 ΕΣΟλ

 

Πρόεδρος: Νικόλαος Αγγελάρας.

 

Δικαστές: Α. Θεοτοκάτου, Γ. Καλαμπαλίκη, Μ. Βλαχάκη (Αντιπρόεδροι), Γ. Βοΐλης, Γ. Μαραγκού, Μ. Αθανασοπούλου, Ε. Λυκεσά, Ε.-Ε. Κουλουμπίνη, Κ. Ζώη, Δ. Καββαδία-Κωνσταντάρα, Γ. Τζομάκα, Σ. Λεντιδάκης, Θ. Γναρδέλλη (Εισηγήτρια), Κ. Εφεντάκης, Β. Σοφιανού, Δ. Τζούμα, Ε. Παπαθεοδώρου, Β. Σκεύη, Α. Μαυρουδή, Α. Πανουτσακοπούλου, Δ. Τσακανίκας, Β. Προβίδη (Σύμβουλοι).

 

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Μιχαήλ Ζυμής.

 

 

[…] 2. Με την υπό κρίση αίτηση το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την αναίρεση της 2536/2012 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ακύρωσε την 73310/9.6.2009 πράξη (έγγραφο) της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και ανέπεμψε το συνταξιοδοτικό φάκελο του αναιρεσίβλητου, συνταξιούχου βουλευτή, για να αναπροσαρμόσει από 1.1.2008 τη σύνταξή του, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008.

 

  1. Το ν.δ. 99/1974 «περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (Α΄ 295) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφ’ εξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως» και στο άρθρο 4 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1694/1987, ότι «Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκατο έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επιπλέον πλήρες έτος βουλευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης». Συναφώς, στο άρθρο 8 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, με το οποίο δεν μεταβλήθηκε το ειδικό σύστημα υπολογισμού της βουλευτικής σύνταξης, ορίζεται επίσης ότι «Η σύνταξις των περί ων το άρθρον 1 και η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/74 λογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλομένης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσόν της ανωτέρω καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον του 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως…». Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής, που ελήφθη, σε εκτέλεση του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952, κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος (Α΄ 23), «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού». Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (ταυτόσημου περιεχομένου με εκείνο του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Από τη συνταγματική αυτή διάταξη συνάγεται ότι στους βουλευτές καταβάλλεται από το Δημόσιο αποζημίωση για την αποστέρηση, λόγω της απασχόλησής τους με την ενάσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, των ωφελημάτων από την επαγγελματική τους ενασχόληση, καθώς και για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται τα βουλευτικά τους καθήκοντα. Συνεπώς, η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική κατά κανόνα αντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ωφελείται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευτή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλειστική του απασχόληση με το λειτούργημά του (βλ. σχετ. Ολομ. Ελ. Συν. 3/2013, 183/1993). Ο καθορισμός του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και των δαπανών έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, στην αποκλειστική αρμοδιότητά της και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας αυτής, και όχι με νόμο. Η βουλευτική αποζημίωση καθορίστηκε υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1952 με την απόφαση της Βουλής της 22ας Δεκεμβρίου 1964, με την οποία το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης προσδιορίστηκε με παραπομπή στις νόμιμες αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που είναι ο Πρόεδρος των Ανωτάτων Δικαστηρίων του Κράτους, υπό την έννοια ότι η βουλευτική αποζημίωση εξισώνεται με τις αποδοχές αυτές, όπως κάθε φορά καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις. Η απόφαση αυτή της Βουλής διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, οι διατάξεις του οποίου μπορούν κατά το άρθρο 12 παρ. 2 αυτού και το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος να καταργηθούν με «νόμο». Ως νόμος δε που μπορεί να καταργήσει τις δι- ατάξεις του Ψηφίσματος αυτού νοείται αφενός μεν η απόφαση της Ολομέλειας ή ο Κανονισμός της Βουλής αναφορικά με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ποσό της αποζημίωσης και των δαπανών που καταβάλλονται στους βουλευτές, εφόσον κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος το ύψος τους καθορίζεται, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφετέρου δε ο τυπικός νόμος αναφορικά με τις λοιπές διατάξεις του Ψηφίσματος (βλ. και Συνταγματικό Δίκαιο του Αθανάσιου Ράικου, τομ. Α΄, σελ. 69 επ., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου του Ευάγγελου Βενιζέλου, σελ. 521). Ακολούθως, η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μηνιαίων αποδοχών αυτού, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως επιδομάτων και προσαυξήσεων, επιφέρει αυτοδικαίως την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορισμού της βουλευτικής σύνταξης. Επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των μηνιαίων αποδοχών του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει αμέσως το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, συνεπάγεται και την αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης, σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης, σύνταξης όσων διετέλεσαν βουλευτές (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 3/2013, 1505/2001, 183/1993 και Πρακτικά 26ης Γεν. Συν./17.9.1986).

 

  1. Στο άρθρο 57 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166) ορίζεται ότι: «1. … β. Ο βασικός μισθός του Πρωτοδίκη (άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3205/2003, όπως ισχύει) ορίζεται, από 1.1.2008, σε δύο χιλιάδες εξήντα επτά (2.067) ευρώ. 2. Οι περιπτώσεις α΄ έως και ζ΄ της παρ. A3 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.1.2008 ως εξής: «α. Ειρηνοδίκες Γ΄ και Δ΄ Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ. β. Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ. γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι εννιακόσια (900) ευρώ. δ. Πάρεδρος του ΣτΕ και αντίστοιχοι εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικρατείας και αντίστοιχοι χίλια (1.000) ευρώ. στ. Αντιπρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια πενήντα (1.050) ευρώ. ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια εκατό (1.100) ευρώ». 3.α. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. Α5 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.1.2008, ως ακολούθως: «Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων μέχρι και το βαθμό του Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ΄ Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων επτακόσια ενενήντα έξι (796) ευρώ». β. Μετά την παράγραφο Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Τα ποσά των παραγράφων 3 και 5 αναπροσαρμόζονται κατ’ έτος αυτόματα, με αφετηρία την 1.1.2009, σύμφωνα με το ποσοστό της εκάστοτε εισοδηματικής πολιτικής». 4. Η παρ. Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.1.2008, ως εξής: «Α6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμβούλου Επικρατείας ή αντίστοιχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: Πρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι τριακόσια (300) ευρώ. Αντιπρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι διακόσια (200) ευρώ. Σύμβουλος Επικρατείας και αντίστοιχοι εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Η αποζημίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς, ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυτούς». … 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της διαφοράς αποδοχών που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 προς τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμίδων. 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, ή με μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όπου στην κείμενη νομοθεσία υπάρχουν διατάξεις που παραπέμπουν για τον καθορισμό αποδοχών στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αυτές θεωρούνται ότι παραπέμπουν στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι και την ισχύ του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ 117 Α΄)». Με τις ανωτέρω διατάξεις αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η αύξηση αυτή των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών επιφέρει αυτοδικαίως, από την ίδια ημερομηνία, αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ’ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης, αφού η μεν βουλευτική αποζημίωση, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, ανέρχεται στο ύψος του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, η δε βουλευτική σύνταξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, καθορίζεται σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης κάθε φορά βουλευτικής αποζημίωσης, της αποζημίωσης δηλαδή που κατά το Σύνταγμα και το νόμο δικαιούνται κάθε φορά οι εν ενεργεία βουλευτές, προσαυξανόμενη (η σύνταξη) ανάλογα με τα έτη βουλευτείας. Η δε διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, σύμφωνα με την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού για την αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε όσους «εξομοιώνονται μισθολογικά» με αυτούς, δεν καταλαμβάνει τους βουλευτές, καθόσον αυτοί δεν μπορεί να θεωρηθούν ως «μισθολογικά εξομοιούμενοι» με δικαστικούς λειτουργούς, δεδομένου αφενός μεν ότι σ’ αυτούς καταβάλλεται αποζημίωση, και όχι μισθός, αφετέρου δε ότι η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που στηρίζεται αποκλειστικά στη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφορά στον προσδιορισμό και μόνο του ύψους αυτής. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε ο κοινός νομοθέτης να αποσυνδέσει το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης από τις αποδοχές που προ- βλέπονται κάθε φορά για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δοθέντος ότι κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος για τον καθορισμό του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης απαιτείται απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και δεν αρκεί διάταξη τυπικού νόμου. Αντίθετο επιχείρημα δεν θα μπορούσε να αντληθεί ούτε από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον η αποδοχή της δυνατότητας τροποποίησης ή κατάργησης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975 με τυπικό νόμο, και όχι με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, θα οδηγούσε σε ευθεία αντίθεση τη μεταβατική αυτή διάταξη με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 63 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 1155, 1157, 2936, 2937, 2938, 2942, 2943, 3407/2015).

 

  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στον αναιρεσίβλητο, πρώην βουλευτή, με την 4748/2005 πράξη της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κανονίστηκε από 27.12.2010 (ημερομηνία που συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του) βουλευτική σύνταξη με βάση τον από έτη 10-2-11 συνολικό χρόνο βουλευτείας του. Στη συνέχεια, αφού ελήφθη υπόψη η ../Α/15.2.2008 γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε., σύμφωνα με την οποία αυτός είναι σωματικώς ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 70%, επανακανονίστηκε η βουλευτική του σύνταξη, κατόπιν συνυπολογισμού στον ως άνω χρόνο βουλευτείας του και του από 25.8.1996 έως 21.9.1996 (ημέρες 27) χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο αυτός διετέλεσε Υφυπουργός, βάσει της από έτη 10-3-8 συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας του, ορίσθηκε δε η σύνταξή του πληρωτέα από 11.12.2007. Με την από 1.6.2009 αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (αριθμ. πρωτ. 73310/3.6.2009) ο εκκαλών, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, με τις οποίες αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, ζήτησε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του από 1.1.2008 με βάση το σύνολο των αποδοχών των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε, με την 73310/9.6.2009 πράξη (έγγραφο) της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 57 του ν. 3691/2008 δεν εφαρμόζονται σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου αυτού σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, γεγονός που συνεπάγεται σε αντιδιαστολή με το άρθρο 7 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ν. 2521/1997 για το ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών, με το οποίο προβλεπόταν ότι «οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ακέραιο από τη δημοσίευσή του», ότι τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ο υπολογισμός της μηνιαίας βουλευτικής αποζημίωσης. Έφεσή του κατά της απορριπτικής αυτής πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της και την από 1.1.2008 και εφεξής αναπροσαρμογή της σύνταξής του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός του φάκελος στην αρμόδια (43η) Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για να αναπροσαρμόσει από 1.1.2008 τη βουλευτική σύνταξή του, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008. Αυτά δεχθέν το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει με την κρινόμενη αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον αυξήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 από 1.1.2008 οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δικαιούνται και οι συνταξιούχοι βουλευτές αντίστοιχη κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής τους από την ίδια ως άνω ημερομηνία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, σε συνδυασμό με τη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Αβασίμως δε υποστηρίζεται με την ένδικη αίτηση ότι με την παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 12 παρ. 2 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, ο υπολογισμός της βουλευτικής αποζημίωσης, για τον οποίο πλέον λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 2521/1997 και του ν. 3205/2003. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και σύμφωνα με την οποία «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωση είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού», μπορούν να τροποποιηθούν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 111 παρ. 2 του Συντάγματος, μόνο με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και όχι με τυπικό νόμο. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκε ποια είναι η πράγματι καταβληθείσα αποζημίωση στους εν ενεργεία βουλευτές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον είναι νομικώς αδιάφορο αν πράγματι καταβλήθηκε στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση ανερχόμενη στο ύψος των συ- νολικών αποδοχών Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008. Κρίσιμο εν προκειμένω είναι ότι κατά το Σύνταγμα και το νόμο δεν έχει μεταβληθεί ούτε η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτή έχει θεσπιστεί, στο πλαίσιο της αυτονομίας της Βουλής, με την απόφαση της Ολομέλειάς της, που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της, ούτε ο τρόπος υπολογισμού της βουλευτικής σύνταξης, όπως αυτός έχει καθοριστεί με το ν.δ. 99/1974.

 

  1. Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 

———————————-

Αριθμός 113/2017, Ολομέλειας ΕΣ (Α` Σύνθεση)

Προεδρεύουσα: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Δέσποινα Τζούμα, Σύμβουλος

Γενικός Επίτροπος Επικράτειας: Μιχαήλ Ζυμής

 

 

  1. Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 4364/2013 απόφασης του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ακυρώθηκε η 93396/09/22.7.2009 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός φά¬κελος της αναιρεσίβλητης, χήρας συνταξιούχου βουλευτή, στην αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., προ- κειμένου να αναπροσαρμόσει την κατά μεταβίβαση βουλευτική σύνταξή της, από 1.1.2008, με βάση τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008.

 

III. Το ν.δ. 99/1974 «Περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντι¬προέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (Α` 295) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφΆ εξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως» και στο άρ¬θρο 4 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1694/1987 (Α` 35), ότι: «Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευ¬τικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκα¬το έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επιπλέον πλήρες έτος βου¬λευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης». Συναφώς, στο άρθρο 8 του Ζ` Ψηφίσματος της 17/18.2.1975 (Α` 23), με το οποίο δεν μεταβλήθηκε το ειδικό σύστημα υπολο¬γισμού της βουλευτικής σύνταξης, ορίζεται ότι: «Η σύνταξις των περί ων το άρθρον 1 και η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/74 λογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλόμενης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσόν της ανωτέρω καταβαλλόμενης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον του 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως (…)». Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής, που ελήφθη, σε εκτέλεση του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952, κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ζ` Ψηφίσματος, «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των, μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδο¬μάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού». Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (ταυτόσημου περιεχομέ¬νου με εκείνο του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματος τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζη¬μίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέ¬λειας της Βουλής. Από την τελευταία συνταγματική διάταξη προκύπτει ότι στους βουλευτές καταβάλλεται από το Δημόσιο αποζημίωση για την αποστέ- ρηση των ωφελημάτων από την επαγγελματική τους ενασχόληση, λόγω της απασχόλησής τους με την ενάσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, καθώς και για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται τα βουλευτικά τους καθήκοντα. Συ¬νεπώς, η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική, κατά κανόνα, α¬ντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυ¬σικό ή νομικό πρόσωπο που ωφελείται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευ¬τή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλει¬στική απασχόλησή του με το λειτούργημά του (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 183/1993, 3/2013). Ο καθορισμός του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και των δα¬πανών έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, στην αποκλειστική αρμοδιότητά της και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέ¬λειας αυτής, και όχι με νόμο. Υπό την ισχύ δε του Συντάγματος του 1952, η βουλευτική αποζημίωση καθορίστηκε με την απόφαση της Βουλής της 22ας Δεκεμβρίου 1964, με την οποία το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης προσ-διορίστηκε με παραπομπή στις νόμιμες αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που είναι ο Πρόεδρος των Ανώτατων Δικαστηρίων του Κράτους, υπό την έννοια ότι η βουλευτική αποζημίωση εξισώνεται με τις αποδοχές αυ¬τές, όπως κάθε φορά καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις. Η απόφαση αυ¬τή της Βουλής διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ζ` Ψηφίσματος του 1975, οι διατάξεις του οποίου μπορούν, κατά το άρθρο 12 παρ. 2 αυτού και το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, να καταργηθούν με «νόμο». Ως νόμος που μπορεί να καταργήσει τις διατάξεις του ως άνω Ψηφίσματος νοείται αφενός μεν η απόφαση της Ολομέλειας ή ο Κανονισμός της Βουλής, αναφορικά με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ποσό της αποζημίωσης και των δαπανών που κα¬ταβάλλονται στους βουλευτές, αφού, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγμα¬τος, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής το ύψος τους καθορί¬ζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφετέρου δε ο τυπικός νόμος, αναφορικά με τις λοιπές διατάξεις του Ψηφίσματος. Ακολούθως, η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικα¬στικού Λειτουργού έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μη¬νιαίων αποδοχών αυτού, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσης επιδομάτων και προσαυξήσεων, επιφέρει αυτοδικαίως την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορι¬σμού της βουλευτικής σύνταξης. Επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των μη¬νιαίων αποδοχών του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει α-μέσως το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, συνεπάγεται και την αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης, σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης, σύνταξης όσων διετέλεσαν βουλευτές (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 183/1993, 1505/ 2001, 3/2013 και Πρακτικά 26ης Γεν. Συν./17.9.1986).

 

Περαιτέρω, στο άρθρο 57 του ν. 3691/2008 (Α` 166) ορίζεται ότι: «1. α. (…) β. Ο βασικός μισθός του Πρωτόδικη (άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3205/2003, όπως ισχύει) ορίζεται, από 1.1.2008, σε δύο χιλιάδες εξήντα επτά (2.067) ευ¬ρώ. 2. Οι περιπτώσεις α` έως και ζ` της παρ. A3 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.1.2008 ως εξής: α. Ειρηνοδίκες Γ` και Δ` Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ. β. Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ. γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι εννιακόσια (900) ευρώ. δ. Πάρεδρος του ΣτΕ και αντίστοιχοι εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικράτειας και αντίστοιχοι χίλια (1.000) ευρώ. στ. Αντιπρόε¬δρος και αντίστοιχοι χίλια πενήντα (1.050) ευρώ. ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια εκατό (1.100) ευρώ. 3. α. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. Α5 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.1.2008, ως ακολού¬θως: Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων μέχρι και το βαθμό του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου εν¬νιακόσια πενήντα (950) ευρώ. Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ` Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοι¬χων επτακόσια ενενήντα έξι (796) ευρώ, β. Μετά την παράγραφο Α6 του άρ¬θρου 30 του ν. 3205/2003 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: 7. Τα ποσά των παραγράφων 3 και 5 αναπροσαρμόζονται κατΆ έτος αυτόματα, με αφετη¬ρία την 1.1.2009, σύμφωνα με το ποσοστό της εκάστοτε εισοδηματικής πολι¬τικής . 4. Η παρ. Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.2008, ως εξής: Α6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμβούλου Επικράτειας ή αντίστοίχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: Πρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι τρια-κόσια (300) ευρώ. Αντιπρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι διακόσια (200) ευρώ. Σύμβουλος Επικράτειας και αντίστοιχοι εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Η αποζη¬μίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς, ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυ¬

τούς. (…) 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι¬κών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της δια¬φοράς αποδοχών που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 προς τους δικαστικούς λει¬τουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλί¬ου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμιδών. 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς ή με μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όπου στην κείμενη νομοθεσία υπάρχουν διατάξεις που παραπέμπουν για τον καθορισμό αποδοχών στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αυτές θεωρούνται ότι παραπέμπουν στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομι¬κού Συμβουλίου του Κράτους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι και την ισχύ του ν. 3670/2008 (…)». Με τις ανωτέρω διατάξεις αυξήθηκαν, από 1.1.2008, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η αύξηση αυτή των απο¬δοχών των δικαστικών λειτουργών επιφέρει αυτοδικαίως, από την ίδια ημερο¬μηνία, αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης και, κατΆ επέκταση, της βουλευτικής σύνταξης, αφού η μεν βουλευτική αποζημίωση ανέρχεται στο ύψος του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Προέδρου Α¬νώτατου Δικαστηρίου, η δε βουλευτική σύνταξη καθορίζεται σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης κάθε φορά βουλευτικής αποζημίωσης, δηλαδή της απο¬ζημίωσης που κατά το Σύνταγμα και τον νόμο δικαιούνται κάθε φορά οι εν ε¬νεργεία βουλευτές, προσαυξανόμενη (η σύνταξη) ανάλογα με τα έτη βουλευ- τείας. Η δε διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, σύμφωνα με την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού για την αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσω¬πικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε όσους «εξομοιώνονται μι- σθολογικά» με αυτούς, δεν καταλαμβάνει τους βουλευτές, καθόσον οι τελευ¬ταίοι δεν μπορεί να θεωρηθούν ως «μισθολογικά εξομοιούμενοι» με δικαστι¬κούς λειτουργούς, δεδομένου ότι αφενός σε αυτούς καταβάλλεται αποζημίωση (όχι μισθός) και αφετέρου η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανωτάτου Δικαστικού Λειτουργού, που στηρίζεται αποκλειστικά στη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέ¬λειας της Βουλής, αφορά στον προσδιορισμό και μόνον του ύψους αυτής. Αλλωστε, δεν θα μπορούσε ο κοινός νομοθέτης να αποσυνδέσει το ύψος της βου¬λευτικής αποζημίωσης από τις αποδοχές που προβλέπονται κάθε φορά για τους Προέδρους των Ανώτατων Δικαστηρίων, δοθέντος ότι, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος, για τον καθορισμό του ύψους της βουλευτικής αποζημίω¬σης απαιτείται απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής και δεν αρκεί διάταξη τυπικού νόμου. Αντίθετο επιχείρημα δεν θα μπορούσε να αντληθεί, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον η αποδοχή της δυνατότητας τροποποίησης ή κατάργησης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ζ` Ψηφί¬σματος του 1975 με τυπικό νόμο, και όχι με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, θα είχε ως αποτέλεσμα την ευθεία αντίθεση της μεταβατικής αυτής διάταξη με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 63 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 2250, 3861/2014, 1155/2015).

 

  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρε- σίβλητη, χήρα αποβιώσαντος συνταξιούχου βουλευτή, με την 10695/1988 πράξη της 10ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δικαιώθηκε βουλευτική σύνταξη κατά μεταβίβαση, πληρωτέα από 20.4.1988. Περαιτέρω, με αίτησή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, με τις οποίες αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δι¬καστικών λειτουργών, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναπροσαρμογή της κατά μεταβίβαση σύνταξής της, από την ίδια ημερομηνία, με βάση το σύνολο των αποδοχών των Προέδρων των Ανώτατων Δικα¬στηρίων. Η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε, με την 93396/09/22.7.2009 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του ως άνω άρ¬θρου 57 του ν. 3691/2008 δεν εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου αυτού, σε όσους ε-ξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, γεγονός που συνεπάγεται, σε αντιδιαστολή με το άρθρο 7 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ν. 2521/1997 για το ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουρ¬γών, με το οποίο προβλεπόταν ότι «οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ` Ψηφίσματος της Βουλής του 1975 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ακέραιο από τη δημοσίευσή του», ότι τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ο υπο¬λογισμός της μηνιαίας βουλευτικής αποζημίωσης. Έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απορριπτικής αυτής πράξης, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της, έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη από¬φαση και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός της φάκελος στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογι¬στηρίου του Κράτους, για να αναπροσαρμόσει, από 1.1.2008, την κατά μεταβίβαση βουλευτική σύντα¬ξή της, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, ό¬πως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008. Αυτά δεχθέν το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει με την ένδικη αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 αυξήθηκαν, από 1.1.2008, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, δικαιούνται και οι συνταξιούχοι βουλευτές αντίστοιχη κατΆ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής τους, από την ίδια ως άνω ημερομηνία, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τε¬λευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, σε συνδυασμό με τη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Αβασίμως δε υποστηρίζεται με την έν¬δικη αίτηση ότι με την παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 τροποποιήθηκε επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 12 παρ. 2 του Ζ` Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, ο υπολογισμός της βουλευτικής αποζημίωσης, για τον οποίον πλέον λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 2521/1997 και του ν. 3205/2003. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του ΖΆ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που ελήφθη κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της και σύμφωνα με την οποία «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμε¬νων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού», μπορούν να τροποποιη¬θούν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 111 παρ. 2 του Συντάγματος, μόνο με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και όχι με τυπικό νόμο. Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ό έτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμι¬μης βάσης, κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκε ποια ήταν η καταβληθείσα στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον είναι νομικώς αδιάφορο εάν πράγματι κατα¬βλήθηκε στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση ανερχόμενη στο ύψος των συνολικών αποδοχών Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008. Κρί¬σιμο εν προκειμένω είναι ότι, κατά το Σύνταγμα και τον νόμο, δεν έχει μεταβληθεί ούτε η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυ¬τή έχει θεσπιστεί, στο πλαίσιο της αυτονομίας της Βουλής, με την απόφαση της Ολομέλειάς της που ελήφθη κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της, ούτε ο τρόπος υπολογισμού της βουλευτικής σύντα¬ξης, όπως αυτός έχει καθοριστεί με το ν.δ. 99/1974 (Ολ. Ελ,Συν. 1157,2942, 3407/2015).

 

  1. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 

 

——————————

 

Ιδού η διάταξη του νόμου που επιστρέφει δεκάδες εκατομμύρια

στους βουλευτές και στους κληρονόμους τους και έχει ψηφίσει

και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Βουλής!!

Άρθρο 23 παρ. 4 εδ. β-γ ν. 4387/2016

«4. α. (…)

β. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναδρομικών ποσών σύνταξης, που δικαιούνται συνταξιούχοι του Δημοσίου κατά το Ν.Δ. 99/1974 (Α΄ 295), καθώς και οι κληρονόμοι τους, λόγω της αναπροσαρμογής των συντάξεών τους με βάση τις διατάξεις του άρθρου 57 του Ν. 3691/2008 (Α΄ 166), σε εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων.

γ. Αναδρομικά ποσά συντάξεων τα οποία καταβάλλονται σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, συμψηφίζονται με τυχόν ποσά που οφείλει ο δικαιούχος στο Δημόσιο.».

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ, πάντα στο πλευρό του ελληνικού λαού θα συνεχίσει να ενημερώνει έγκυρα προστατεύοντάς τον από την παραπληροφόρηση και την εξαπάτηση από παράγοντες της Πολιτείας και φίλια προς αυτούς μέσα.

 

Η Εκτελεστική Επιτροπή ΕΝΥΠΕΚΚ

 

Περισσότερα

Πρωτοφανής πρόκληση για τον λαό μας!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

12/11/2018

 

24.000 ευρώ αναδρομικά στους βουλευτές!

Πρωτοφανής πρόκληση για τον λαό μας!

 

 

 

Με την τροπολογία για τα αναδρομικά των ενστόλων και των υπαγομένων στα ειδικά μισθολόγια οι βουλευτές ψήφισαν και επιστροφή αναδρομικών στους εαυτούς τους ύψους 24.442 ευρώ και πιο συγκεκριμένα 1.111 ευρώ επί 22 μήνες.

Το μισθολόγιο των Ελλήνων βουλευτών, όπως είναι γνωστό, είναι αυτόματα συνδεδεμένο με το μισθολόγιο των δικαστών και ειδικότερα με τον μισθό τού Προέδρου του Αρείου Πάγου που είναι ο μεγαλύτερος σήμερα καταβαλλόμενος στην Ελλάδα μισθός στον δημόσιο τομέα.

Συγκεκριμένα για τους βουλευτές ισχύει το άρθρο 63 του Συντάγματος που προβλέπει ότι: «Οι βουλευτές για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες. Το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Ολομελείας της Βουλής».

Όμως με το Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής ορίστηκε ότι η αποζημίωση των βουλευτών θα πρέπει να είναι ίση με το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Το σχετικό Ψήφισμα, που έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του κοινού νόμου, ορίζει επίσης ότι οποιαδήποτε μεταβολή στις αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου έχει άμεση επίπτωση και στους μισθούς των βουλευτών. Κατά συνέπεια οτιδήποτε χορηγείται ως ποσό αναδρομικών στους δικαστές, αυτομάτως καταβάλλεται και στους βουλευτές. Γραπτή δήλωση περί μη είσπραξης που απευθύνεται στο κόμμα, ακόμη και στο Προεδρείο της Βουλής, δεν είναι ισχυρή και απαιτείται νομοθετική διάταξη γι’αυτό.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 της προχθεσινής τροπολογίας, που ήδη αποτελεί νόμο του κράτους, καταβάλλονται αναδρομικά στους δικαστικούς λειτουργούς και τα κύρια μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ενώ με κοινή  απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος, η διαδικασία, οι προβλεπόμενες από τις κύριες διατάξεις κρατήσεις και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα σχετικά με την καταβολή του ποσού.

Η ρύθμιση αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, έχει αυτόματη εφαρμογή και σε όλους τους βουλευτές, τα αναδρομικά των οποίων ανέρχονται σε 24.442 ευρώ (1.111 ευρώ επί 22 μήνες).

Είναι απορίας άξιον πώς οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου, που με νόμους που ψήφισαν κατήργησαν το ΕΚΑΣ, εξαθλίωσαν τις χήρες και τους ανάπηρους, υποθήκευσαν τον άυλο και τον υλικό πλούτο της πατρίδας μας στο υπερΤαμείο για 99 χρόνια και προετοιμάζονται να παραδώσουν την ιστορία της χώρας στους Σκοπιανούς, ψήφισαν για τους εαυτούς τους να λάβουν  -πέραν του παχυλού μισθού των 7.000 ευρώ (μισθός και είδος)-  και αναδρομικά-«μαμούθ» ύψους 24.442 ευρώ και μάλιστα σε συνθήκες γενικευμένης κοινωνικής επιδείνωσης.

Ο λαός περιμένει με νομοθετική ρύθμιση που θα στηρίξουν όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα της Βουλής να αποκλείει τους ιδίους και τους κληρονόμους τους από τη λήψη των αναδρομικών τώρα και στο μέλλον.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Τροπολογία-«δούρειος ίππος»!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

8/11/2018

 

Επείγουσα ανακοίνωση

 

Τροπολογία-«δούρειος ίππος»!

 

Επιχειρείται η «επανα-νομιμοποίηση»

του νόμου Κατρούγκαλου (4387/2016)

και του νόμου των περικοπών (4472/2017) !

 

Η τροπολογία δεν πρέπει να ψηφιστεί!

 

 

Η τροπολογία για τα αναδρομικά των ενστόλων και των υπαγομένων στα ειδικά μισθολόγια δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών (δικαστών, πανεπιστημιακών, ιατρών ΕΣΥ) που κατέθεσε χθες η κυβέρνηση και προανήγγειλε πανηγυρικά ο κύριος πρωθυπουργός, είναι ντροπή και όνειδος για την αναιμική μας δημοκρατία και πρέπει αμέσως να αποσυρθεί!

Η τροπολογία-«δούρειος ίππος», εκτός από την επιστροφή τμήματος μόνο των αναδρομικών μετά από επιλεκτική εφαρμογή των αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων που έχουν καταδικάσει αμετακλήτως όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις, περιλαμβάνει και ρυθμίσεις που είναι απαράδεκτες και επικίνδυνες για τα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα όλων των μισθωτών και συνταξιούχων της πατρίδας μας αφού :

α.παρεμβαίνει βάναυσα στη λειτουργία της Ελληνικής Δικαιοσύνης, ακυρώνοντας αμετάκλητες αποφάσεις της για τους μισθούς, τις συντάξεις και τα τρία επιδόματα-Δώρα,

β.έρχεται προς ψήφιση λίγες μέρες πριν εκδοθούν οι αποφάσεις του ΣτΕ επί προσφυγών κατά διατάξεων του νόμου Κατρούγκαλου που συζητήθηκαν στις 4-10-2017,

γ.επαναφέρει προς επαναψήφιση(!) τον νόμο Κατρούγκαλου 4387/2016 και τον ν. 4472/2017, με τον οποίο ψηφίστηκαν δραστικές περικοπές για όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς και συνταξιούχους.

Ειδικότερα με την απαράδεκτη τροπολογία, που δεν πρέπει ΣΕ ΚΑΜΙΑ  ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ να ψηφιστεί, πέρα από τη ρύθμιση για επιστροφή των αναδρομικών σε υλοποίηση αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων Ανωτάτων Δικαστηρίων, επιχειρείται από την κυβέρνηση :

1ον)η επιστροφή τμήματος μόνον των αναδρομικών στους ενστόλους και τους υπαγομένους στα ειδικά μισθολόγια, εξαιρώντας τα τρία Δώρα-επιδόματα για τα οποία η κυβέρνηση έχει καταδικαστεί να τα δίνει εφ’όρου ζωής στους συνταξιούχους και καθ’όλο τον εργασιακό βίο στους μισθωτούς,

2ον)η ακύρωση αμετακλήτων αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων επιχειρώντας βάναυση θεσμική παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην ανεξάρτητη λειτουργία της δικαστικής,

3ον)η επαναφορά προς επαναψήφιση(!) του ν. 4387/2016, οι περισσότερες διατάξεις του οποίου έχουν προσβληθεί στα Ανώτατα Δικαστήρια και αναμένεται η δημοσίευση αποφάσεων τις επόμενες ημέρες.

4ον)η επαναφορά προς επαναψήφιση(!) του ν. 4472/2017 που προνομοθέτησε μεγάλες μισθολογικές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, το άρθρο 155 του οποίου έχουν προσβάλλει οι ένστολοι, όλοι οι μισθωτοί του δημόσιου και του  ευρύτερου δημόσιου τομέα ενώπιον των Δικαστηρίων και επίκειται η έκδοση αποφάσεων,

5ον)τέλος, η προσπάθεια ολικής «επανα-νομιμοποίησης»(!) από το Κοινοβούλιο  να αναγορευθεί ο ν. 4387/2016 σε νόμο-«πλυντήριο» για το «ξέπλυμα» όλων των προηγούμενων μνημονιακών περικοπών και την κατάργηση πολυετών δικαιωμάτων μισθωτών και συνταξιούχων.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τις πολιτικές ηγεσίες να ΜΗΝ στέρξουν να ψηφίσουν την απαράδεκτη αυτή τροπολογία και τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις να επαγρυπνούν.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Τι αποφάνθηκε το ΣτΕ για τα Δώρα!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

5/11/2018

 

 

Τι αποφάνθηκε το ΣτΕ για τα Δώρα!

 

Η κυβέρνηση παραπληροφορεί και εμπαίζει τους συνταξιούχους μας!

 

Ιδού το σχετικό απόσπασμα της απόφασης

(Ολομ. ΣτΕ 2287/2015)

 

Επειδή τον τελευταίο καιρό, αναφορικά με τη διεκδίκηση των αναδρομικών από τους συνταξιούχους, επικρατεί μεγάλη σύγχυση, που συντηρεί σκοπίμως η κυβέρνηση δια των εκπροσώπων της αλλά και φίλια προς την κυβέρνηση ΜΜΕ, η ΕΝΥΠΕΚΚ ενημερώνει ότι το Συμβούλιο Επικρατείας με την υπ’αριθ. 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειάς του (όμοιες και οι υπ’αριθ. 2288-2290/2015) αποφάσισε αμετακλήτως τα ακόλουθα:

1ον)Κήρυξε αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις των ν. 4051/2012 (άρθρο 6 παρ.2) και 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ.ΙΑ.5 περ.1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ.3) που επέβαλαν τις περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις από 1-1-2012 και την κατάργηση των τριών Δώρων-επιδομάτων (Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας) συνολικού ύψους 800 ευρώ κατ’έτος (400+200+200).

2ον)Διέταξε να λάβουν τα παρανόμως παρακρατηθέντα ποσά και μάλιστα αναδρομικά για την περίοδο από 1-1-2012 έως 10-6-2015 (ημερομηνία δημοσίευσης της ανωτέρω απόφασης) ΜΟΝΟΝ όσοι συνταξιούχοι είχαν ασκήσει «ένδικα μέσα ή βοηθήματα» μέχρι 10-6-2015.

3ον)Διέταξε να αναπροσαρμοστούν, χωρίς προηγούμενη προσφυγή στα Δικαστήρια, οι συντάξεις ΟΛΩΝ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ των συνταξιούχων στα προ της 1-1-2012 επίπεδα, χωρίς δηλαδή να υπολογίζονται εφεξής οι ανωτέρω περικοπές που κρίθηκαν αμετάκλητα αντισυνταγματικές και

4ον)Διέταξε να λαμβάνουν κανονικά τα τρία Δώρα-επιδόματα συνολικού ύψους 800 ευρώ ανά έτος ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ οι συνταξιούχοι από 11-6-2015 (επομένη ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης) χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη.

5ον)Απεξάρτησε την εφ’όρου ζωής καταβολή των τριών Δώρων-επιδομάτων στους συνταξιούχους (και μετά τον θάνατό τους στους κληρονόμους τους) από το ύψος των συνταξιοδοτικών δαπανών και από τις τυχόν μεταρρυθμίσεις του Ασφαλιστικού Συστήματος μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης (10-6-2015).

Οι πρόσφατες υπ’αριθ. 1-4/2018 αποφάσεις του ΑΕΔ πανηγυρικά επιβεβαιώνουν όλα τα ανωτέρω αφού αποσύνδεσαν το ισόβιο δικαίωμα των συνταξιούχων για είσπραξη των Δώρων-επιδομάτων από τον ασφαλιστικό νόμο 4387/2016 («νόμος Κατρούγκαλου») και κυρίως από τα κεφάλαια που προβλέπουν τη νέα αρχιτεκτονική των συντάξεων (άρθρα 7 και 8) καθώς και τον επανυπολογισμό τους (άρθρο 14).

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ δημοσιεύει σήμερα το σχετικό απόσπασμα της κεφαλαιώδους σημασίας δικαστικής απόφασης του ΣτΕ με αριθ. 2287/2015, στέλνοντας το μήνυμα ότι θα αγωνίζεται με συνέπεια και σθένος, όπως έπραξε μέχρι σήμερα, για την έγκυρη ενημέρωση των συνταξιούχων μας και την υπεράσπιση των συμφερόντων τους καθώς και ολόκληρου του ελληνικού λαού.

 

Ιδού το επίμαχο απόσπασμα

της υπ’αριθ. 2287/2015 απόφασης

για τις περικοπές των συντάξεων και τα Δώρα

 

«(…) Στην προκειμένη περίπτωση, η, κατά τα ανωτέρω, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012 θα συνεπήγετο υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών που περιεκόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, όχι μόνον στην ενάγουσα, αλλά και σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορά η παρούσα πρότυπη δίκη. Εν όψει των δεδομένων τούτων, το Δικαστήριο, μετά στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ορίζει ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επιμάχων διατάξεων θα επέλθουν μετά την δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Οίκοθεν νοείται ότι για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως. Η κρατήσασα δε αυτή άποψη δεν συγκρούεται ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί της αξιώσεως δικαστικής προστασίας, αλλ’ ούτε και με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι αφ’ ενός μεν η αναδρομικότητα των συνεπειών των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αυτονόητη και αποκλειστική κάθε άλλης ρυθμίσεως, αφ’ ετέρου δε με τον ως άνω τιθέμενο περιορισμό, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των διοικουμένων, εφόσον αυτοί δεν αποστερούνται των δικαιωμάτων τους, τα οποία απλώς περιορίζονται, για τους προαναφερόμενους λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 4741/2014 Ολομ.).».

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

Περισσότερα

ΕΝΥΠΕΚΚ: Να καταθέσουν αίτηση ΚΑΙ οι νέοι συνταξιούχοι

5/11/2018

 

ΕΝΥΠΕΚΚ: Να καταθέσουν αίτηση ΚΑΙ οι νέοι συνταξιούχοι

(οι μετά τις 13-5-2016)

 

Δείτε το υπόδειγμα αίτησης

 

Μετά τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις από τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας που δικαιώνουν τους παλιούς συνταξιούχους και κηρύσσουν αντισυνταγματικές τις διατάξεις των νόμων που επέβαλαν τις περικοπές των κύριων και επικουρικών συντάξεων και κατήργησαν τα Δώρα Χριστουγέννων-Πάσχα και του επιδόματος αδείας,

η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί όλους τους νέους συνταξιούχους που συνταξιοδοτήθηκαν μετά την ισχύ του ν. 4387/2016 (13-5-2016) να καταθέσουν μέχρι τα τέλη του τρέχοντος έτους αίτηση προς τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ (βλ. το παρακάτω υπόδειγμα) προκειμένου να διακόψουν την παραγραφή και να διασφαλίσουν τις αξιώσεις τους, ενόψει και της έκδοσης αποφάσεων από το ΣτΕ επί προσφυγών που ασκήθηκαν για συγκεκριμένες διατάξεις του «νόμου Κατρούγκαλου» (ν. 4387/2016).

Σχέδιο αίτησης

ΑΙΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΕΦΚΑ 051118

Η Ομάδα Εργασίας της ΕΝΥΠΕΚΚ

Περισσότερα

Επτά νέες αποφάσεις δικαιώνουν συνταξιούχους-εν ενεργεία εργαζομένους !

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

2/11/2018

Δώστε τα Δώρα αναδρομικά και έντοκα !

Επτά νέες αποφάσεις δικαιώνουν

συνταξιούχους-εν ενεργεία εργαζομένους !

Απαράδεκτο κείμενο της ηγεσίας του Υπουργείου Εργασίας

προς τη Διοίκηση του ΕΦΚΑ

για “εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων” !

Με υψηλά πρόστιμα απειλείται ο ΕΦΚΑ

για άσκηση προφανώς αβάσιμων ενδίκων μέσων”

σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ 4159/2011!

 

 

Με καταιγιστικό ρυθμό όλα τα Ειρηνοδικεία και Πρωτοδικεία της χώρας δικαιώνουν όσους συνταξιούχους και εν ενεργεία εργαζομένους προσφεύγουν και ζητούν την αναδρομική καταβολή των τριών Δώρων-επιδομάτων (Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματος αδείας) καθώς και την εφεξής και κατ’έτος καταβολή τους.

Όλα τα κατώτερα Δικαστήρια της χώρας μας συμμορφώνονται, όπως οφείλουν άλλωστε, κατά το Σύνταγμα, με τις αμετάκλητες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (υπ’αριθ. 2287-2290/2015), με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (υπ’αριθ. 1-4/2018) και με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (υπ’αριθ. 1227/2018) και διατάσσουν την κυβέρνηση και τις Διοικήσεις ΕΦΚΑ και ΕΤΕΑΕΠ σε άμεση καταβολή -και μάλιστα με τόκο (6%)- σε όλους τους συνταξιούχους και εν ενεργεία υπαλλήλους των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας.

Η κυβέρνηση, αντί να ζητά με απαράδεκτο έγγραφό της προς τη Διοίκηση του ΕΦΚΑ στις 25/10/2018 την εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων κατά των θετικών αποφάσεων για τους συνταξιούχους και τους εν ενεργεία υπαλλήλους, δεν έχει άλλη επιλογή εκτός από το να παραιτηθεί από το δικαίωμα της έφεσης κατά των πρωτόδικων αποφάσεων και να προβεί στην ολοσχερή ή κατά τμήματα καταβολή των αναδρομικών και την εφεξής κατ’έτος καταβολή τους.

Μπορεί άλλωστε να συμψηφίσει τις απαιτήσεις που έχουν οι συνταξιούχοι (μετά την κήρυξη ως αντισυνταγματικών των διατάξεων των μνημονιακών νόμων που έκριναν παράνομες τις περικοπές των συντάξεών τους και την κατάργηση των Δώρων τους) με απαιτήσεις που έχει το κράτος από αυτούς και τις οικογένειές τους. Αυτό επιβάλλει η υποχρέωση για συμμόρφωση προς αμετάκλητες και μη ανατρέψιμες δικαστικές αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Η κυβέρνηση και οι Διοικήσεις των ΕΦΚΑ και ΕΤΕΑΕΠ πρέπει να γνωρίζουν ότι σύμφωνα με την υπ’αριθ. 4159/2011 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας (τμήμα Α), απειλείται με υψηλά πρόστιμα όταν, παρά την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ για το ίδιο θέμα, δίνει εντολή για άσκηση “προφανώς αβασίμων ενδίκων μέσων”.

Με την ίδια απόφαση έχει τιμωρηθεί με πρόστιμο και η πρώην Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ γιατί, παρά την ύπαρξη σχετικής νομολογίας, επέμενε στην άσκηση αβασίμων ενδίκων μέσων, όπως κάνει και η σημερινή κυβέρνηση.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ δίνει στη δημοσιότητα σήμερα επτά νέες αποφάσεις που δικαίωσαν εν ενεργεία εργαζομένους των Δήμων Ναυπλίου και Άργους καθώς και συνταξιούχο του Δημοσίου από την Αθήνα και ακολούθησαν της έκδοσης της υπ’αριθ. 3037/2018 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/κης που δικαίωνε έναν ακόμη συνταξιούχο.

Δίνουμε επίσης την υπ’αριθ. 4159/2011 την ΣτΕ (τμήμα Α) που επιβάλλει πρόστιμο στη Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για άσκοπη υποβολή “προφανώς αβάσιμου ενδίκου μέσου”.

Ιδού οι αποφάσεις !

14318 tou 2018 ΔΠΑ

ΣτΕ 4159_2011

5 apof Eirinod Nafplio

argos 1 argos 2

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Δώστε τα Δώρα αναδρομικά και έντοκα !

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

28/10/2018

 

 

Δώστε τα Δώρα αναδρομικά και έντοκα !

 

Δύο νέες αποφάσεις δικαιώνουν συνταξιούχους !

(9117/2018 και 10601/2018 του Διοικ.Πρωτ. Αθήνας)

 

 

Με καταιγιστικό ρυθμό όλα τα Πρωτοδικεία της χώρας δικαιώνουν όσους συνταξιούχους προσέφυγαν και ζητούσαν την αναδρομική καταβολή των Δώρων καθώς και την εφεξής και κατ’έτος καταβολή τους.

Τα κατώτερα Δικαστήρια της χώρας μας συμμορφώνονται, κατά το Σύνταγμα, με τις αμετάκλητες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (υπ’αριθ. 2287-2290/2015), με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (υπ’αριθ. 1-4/2018) και με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (υπ’αριθ. 1227/2018) και διατάσσουν την κυβέρνηση σε άμεση καταβολή -και μάλιστα με τόκο (6%)- σε όλους τους συνταξιούχους των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας.

Η κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή εκτός από το να παραιτηθεί από το δικαίωμα της έφεσης κατά των πρωτόδικων αποφάσεων και να αποφασίσει την ολοσχερή ή κατά τμήματα καταβολή των αναδρομικών και την εφεξής κατ’έτος καταβολή τους.

Μπορεί άλλωστε να συμψηφίσει τις απαιτήσεις που έχουν οι συνταξιούχοι (μετά την κήρυξη ως αντισυνταγματικών των διατάξεων των μνημονιακών νόμων που έκριναν παράνομες τις περικοπές των συντάξεών τους και την κατάργηση των Δώρων τους) με απαιτήσεις που έχει το κράτος από αυτούς και τις οικογένειές τους. Αυτό επιβάλλει η υποχρέωση για συμμόρφωση προς αμετάκλητες και μη ανατρέψιμες δικαστικές αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ δίνει στη δημοσιότητα σήμερα δύο νέες αποφάσεις που δικαίωσαν συνταξιούχους και ακολούθησαν της έκδοσης της υπ’αριθ. 3037/2018 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/κης που δικαίωνε έναν ακόμη συνταξιούχο.

Ιδού οι αποφάσεις !

 

Αριθμός απόφασης: 9117/2018

ΑΚΔ: ΑΓ ……/14.6.2017

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

ΤΜΗΜΑ 30o MONOΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9.3.2018 με δικαστή τη …………….. και με γραμματέα την …………

γ ι α να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 14.6.2017,

τ……….., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ……….

κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)» (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε με δήλωση……….

Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος, που εμφανίστηκε και παραστάθηκε, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής: 

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων, συνταξιούχος Δικαστικός Λειτουργός του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) (πρώην Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων-Ε.Τ.Α.Α.), ζητεί, παραδεκτώς, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας να του καταβάλει, ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 3.070,32 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από τις περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια σύνταξη γήρατος που λάμβανε αρχικά από το Ε.Τ.Α.Α και στη συνέχεια από τον ΕΦΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 01.07.2015 έως 30.6.2017, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του ν.4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 του ν. 4093/2012, κατά τους ισχυρισμούς του, αντικείμενων στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.). Περαιτέρω, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας να του καταβάλει το ποσό των 500 ευρώ, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις του.
  2. Επειδή, προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (Ν. 4046/2012), ακολούθησαν το ίδιο αυτό έτος, δύο νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω –μετά διαδοχικές περικοπές – περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων: Ο Ν. 4051/2012 (Α΄40), με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12% οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και ο Ν. 4093/2012 (Α΄222), με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφ΄ ενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστό από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω διατάξεων δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στις «δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας», στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων» και στην ανάγκη «να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης…». Στο δεύτερο αυτό Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς ότι «για την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος» και ενόψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση» θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις» και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ΄ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων … με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι…» (ΣτΕ Ολομ. 2287/2015).
  3. Επειδή, οι διατάξεις αυτές ψηφίστηκαν, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην ψήφιση των σχετικών ρυθμίσεων χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τον θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε, κατ’ αρχάς, ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας), και, ενόψει των παραγόντων αυτών –όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (ν. 4050/2012), των διαθεσίμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε, η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων– να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπιστώσεώς του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε κι αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 Συντ., επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφόσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, κατ’ αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπ’ όψη οι κρίσιμες ως άνω συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασικής αιτίας του προβλήματος, γίνεται αορίστως, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (εν όψει της οικονομικής αυτοτελείας τους και των επιβαλλομένων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πώς συνέβαλε το κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, αντιθέτως προς όσα εκτίθενται παραπάνω ως προς τις υποχρεώσεις του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με τη μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες∙ η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Διότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία παρέχεται από το Ε.Τ.Ε.Α. και άλλους φορείς και η, συνεπεία τούτου, λειτουργία αυτών υπό μορφήν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/1997, ΟλΣτΕ 5024/1987) δικαιολογούνται από τον δημόσιο σκοπό, τον οποίο οι φορείς αυτοί υπηρετούν κατά το άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος, συμβάλλοντας –δια της χορηγήσεως παροχών συμπληρωματικών εν σχέσει προς τις χορηγούμενες από τους φορείς υποχρεωτικής κύριας ασφαλίσεως– στη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, κατά το δυνατόν εγγύς εκείνου το οποίο είχαν αυτοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ενόψει δε του εν λόγω δημοσίου σκοπού, το κράτος, ανεξαρτήτως αν μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τακτική κρατική χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, υποχρεούται, πάντως, κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, να συμμετέχει στη χρηματοδότηση και των φορέων τούτων, προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Επιπλέον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με τις ως άνω διατάξεις και την επέμβαση που επέρχεται μέσω αυτών στα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων συνταξιούχων, καθώς παραβιάστηκε ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος (Ε.Δ.Δ.Α., Khoniakina κατά Γεωργίας, ό.π., σκ. 71) και αναγκάστηκαν αυτοί να υποστούν ένα υπερβολικό ατομικό βάρος (Ε.Δ.Δ.Α., Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ.72), κι ως εκ τούτου, με τις εν λόγω διατάξεις παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. ΟλΣτΕ 2287/2015).
  4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ………/14.9.2016 πράξη του Αναπληρωτή Διευθυντή Παροχών του Ε.Τ.Α.Α./Τ.Α.Ν. απονεμήθηκε στον ενάγοντα, ………, βάσει συνολικού συντάξιμου χρόνου 43 ετών, 10 μηνών και 25 ημερών, κύρια σύνταξη γήρατος, ποσού 553,23 ευρώ μηνιαίως, από 1.7.2015. Επί του ως άνω ποσού σύνταξης εφαρμόστηκαν οι μειώσεις-περικοπές αφενός του ν.4051/2012, ανερχόμενες στο ποσό των 40,97 ευρώ, μηνιαίως, αφετέρου του ν.4093/2012, ποσού 89,96 ευρώ, μηνιαίως, ήτοι συνολικά ποσού 127,93 ευρώ, μηνιαίως (βλ.σχετ. μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων χρονικού διαστήματος 1.11.2016-30.6.2017, καθώς και την έκθεση απόψεων του εναγόμενου ΕΦΚΑ). Ήδη , με την κρινόμενη αγωγή, όπως αναπτύσσεται με το από 21.2.2018 υπόμνημα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι μη νόμιμα διενεργήθηκαν οι ανωτέρω περικοπές στη σύνταξή του και προβάλλει αντίθεση των ανωτέρω διατάξεων των ν.4051/2012 και 4093/2012 στις διατάξεις 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 21 παρ.3, 22 παρ.5, 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας να του καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 3.070,32 ευρώ, που αντιστοιχεί στις περικοπές της κύριας σύνταξης γήρατος που έλαβε για το χρονικό διάστημα από 01.07.2015 έως 30.06.2017. Επιπλέον, αιτείται να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ να του καταβάλει το ποσό των 500 ευρώ ως αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων των ασφαλιστικών φορέων. Εξάλλου, ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας, με την έκθεση των απόψεών του, συνομολογεί τη διενέργεια των ανωτέρω περικοπών-μειώσεων δυνάμει των ν.4051/2012 και 4093/2012, υποστηρίζει ότι έχει αποσταλεί ερώτημα στο Υπουργείο αναφορικά με την εφαρμογή των 2287-2288/2015 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι πάντως οι δικαστικές αυτές αποφάσεις έχουν ισχύ μεταξύ των προσώπων, που ήταν διάδικοι στις συγκεκριμένες δίκες και ότι οι σχετικές κρατήσεις διενεργούνται στις συντάξεις βάσει διατάξεων νόμων, που εξακολουθούν να ισχύουν.
  5. Επειδή, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 3 της παρούσας απόφασης, οι μειώσεις που επήλθαν στην κύρια σύνταξη του ενάγοντος κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κρίνει ότι μη νομίμως περικόπηκε κατά τα αντίστοιχα ποσά η κύρια σύνταξη που έλαβε ο ενάγων από το Ε.Τ.Α.Α. και ακολούθως από τον Ε.Φ.Κ.Α., κατά τα βασίμως προβαλλόμενα. Ως εκ τούτου, εξαιτίας της παράνομης αυτής μείωσης, δημιουργείται ευθύνη του εναγόμενου ν.π.δ.δ. να αποζημιώσει τον ενάγοντα, σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.ΑΚ. και ειδικότερα να καταβάλει σε αυτόν τις διαφορές συντάξεων για το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως 30.6.2017. Ειδικότερα, το ποσό, που οφείλεται στον ενάγοντα, σύμφωνα με τα μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων, που αυτός προσκομίζει και το οποίο δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο ν.π.δ.δ., είναι 40,97 ευρώ (μείωση βάσει του ν.4051/2012) ×24 μήνες + 89,96 ευρώ (μείωση βάσει του ν.4093/2012) ×24 μήνες, ήτοι συνολικά, 3.142,32 ευρώ, το οποίο, όμως πρέπει να περιοριστεί στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 3.070,32 ευρώ, το δε ως άνω ποσό πρέπει να καταβληθεί στον ενάγοντα νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, στις 30.6.2017 (βλ.σχετ. την ……… έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή ……). Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης του ζημιογόνου γεγονότος και το γεγονός ότι εξαιτίας των παρανόμων ενεργειών του εναγομένου, ο ενάγων απώλεσε μέρος των συνταξιοδοτικών του παροχών για τα ανωτέρω αντιστοίχως χρονικά διαστήματα, κρίνει ότι αυτός υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ’ αυτόν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500 ευρώ, νομιμοτόκως, από 30.6.2017, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής
  6. Επειδή, κατ” ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.570,32 ευρώ (3.070,32 ευρώ + 500 ευρώ), νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής (30.6.2017), εκτιμωμένων, όμως, των περιστάσεων πρέπει να απαλλαγεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ. από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος (άρθρο 275 παρ. 1 εδάφιο ε΄του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ν.2717/1997,Α΄97).

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακόσιων εβδομήντα ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (3.570,32 ευρώ), νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής (30.6.2017).

Απαλλάσσει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου στο ακροατήριο του στις 31.5.2018.

H ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

————————

 

 

Αριθμός απόφασης: 10601/2018

ΓΑΚ : 6241/2017

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

Τμήμα 30ο Μονομελές

 

σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2018, με δικαστή την ………………. και με γραμματέα την ……….., δικαστική υπάλληλο,

γ ι α να δικάσει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 16.6.2017,

τ………η οποία δεν παραστάθηκε,

κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)» (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), που εδρεύει την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα …………

Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα, συνταξιούχος Δικαστικός Λειτουργός του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) (πρώην Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων-Ε.Τ.Α.Α.), ζητεί, παραδεκτώς, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας να της καταβάλει, ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 3.432,72 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από τις περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια σύνταξη γήρατος που λάμβανε αρχικά από το Ε.Τ.Α.Α και στη συνέχεια από τον ΕΦΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 01.07.2015 έως 30.6.2017, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του ν.4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 του ν. 4093/2012, κατά τους ισχυρισμούς του, αντικείμενων στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.). Περαιτέρω, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας να της καταβάλει το ποσό των 500,00 ευρώ, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις του.
  2. Επειδή, προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (Ν. 4046/2012), ακολούθησαν το ίδιο αυτό έτος, δύο νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω –μετά διαδοχικές περικοπές – περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων: Ο Ν. 4051/2012 (Α΄40), με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12% οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και ο Ν. 4093/2012 (Α΄222), με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφ΄ ενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστό από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω διατάξεων δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στις «δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας», στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων» και στην ανάγκη «να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης…». Στο δεύτερο αυτό Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς ότι «για την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος» και ενόψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση» θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις» και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ΄ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων … με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι…» (ΣτΕ Ολομ. 2287/2015).

 

  1. Επειδή, οι διατάξεις αυτές ψηφίστηκαν, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην ψήφιση των σχετικών ρυθμίσεων χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τον θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε, κατ’ αρχάς, ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας), και, ενόψει των παραγόντων αυτών –όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (ν. 4050/2012), των διαθεσίμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε, η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων– να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπιστώσεώς του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε κι αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 Συντ., επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφόσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, κατ’ αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπ’ όψη οι κρίσιμες ως άνω συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασικής αιτίας του προβλήματος, γίνεται αορίστως, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (εν όψει της οικονομικής αυτοτελείας τους και των επιβαλλομένων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πώς συνέβαλε το κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, αντιθέτως προς όσα εκτίθενται παραπάνω ως προς τις υποχρεώσεις του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με τη μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες∙ η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Διότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία παρέχεται από το Ε.Τ.Ε.Α. και άλλους φορείς και η, συνεπεία τούτου, λειτουργία αυτών υπό μορφήν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/1997, ΟλΣτΕ 5024/1987) δικαιολογούνται από τον δημόσιο σκοπό, τον οποίο οι φορείς αυτοί υπηρετούν κατά το άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος, συμβάλλοντας –δια της χορηγήσεως παροχών συμπληρωματικών εν σχέσει προς τις χορηγούμενες από τους φορείς υποχρεωτικής κύριας ασφαλίσεως– στη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, κατά το δυνατόν εγγύς εκείνου το οποίο είχαν αυτοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ενόψει δε του εν λόγω δημοσίου σκοπού, το κράτος, ανεξαρτήτως αν μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τακτική κρατική χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, υποχρεούται, πάντως, κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, να συμμετέχει στη χρηματοδότηση και των φορέων τούτων, προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Επιπλέον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με τις ως άνω διατάξεις και την επέμβαση που επέρχεται μέσω αυτών στα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων συνταξιούχων, καθώς παραβιάστηκε ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος (Ε.Δ.Δ.Α., Khoniakina κατά Γεωργίας, ό.π., σκ. 71) και αναγκάστηκαν αυτοί να υποστούν ένα υπερβολικό ατομικό βάρος (Ε.Δ.Δ.Α., Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ.72), κι ως εκ τούτου, με τις εν λόγω διατάξεις παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. ΟλΣτΕ 2287/2015).

 

  1. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ……/30.9.2013 πράξη της Διευθύντριας Παροχών του Ε.Τ.Α.Α./Τ.Α.Ν. απονεμήθηκε στην ενάγουσα, …………., βάσει συνολικού συντάξιμου χρόνου 39 ετών, 9 μηνών και 5 ημερών, κύρια σύνταξη γήρατος, ποσού 785,44 ευρώ μηνιαίως, από 1.10.2012. Επί του ως άνω ποσού σύνταξης εφαρμόστηκαν οι μειώσεις-περικοπές αφενός του ν. 4051/2012, ανερχόμενες στο ποσό των 49,07 ευρώ, μηνιαίως, αφετέρου του ν. 4093/2012, ποσού 93,96 ευρώ, μηνιαίως, ήτοι συνολικά ποσού 143,03 ευρώ, μηνιαίως (βλ. σχετ. μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων χρονικού διαστήματος 1.7.2015-30.6.2017, καθώς και την 538265/23.4.2018 έκθεση απόψεων του εναγόμενου ΕΦΚΑ). Ήδη, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αναπτύσσεται με το από 18.4.2018 υπόμνημα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι μη νόμιμα διενεργήθηκαν οι ανωτέρω περικοπές στη σύνταξή της και προβάλλει αντίθεση των ανωτέρω διατάξεων των ν. 4051/2012 και 4093/2012 στις διατάξεις 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 21 παρ. 3, 22 παρ.5, 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας να της καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 3.432,72 ευρώ, που αντιστοιχεί στις περικοπές της κύριας σύνταξης γήρατος που έλαβε για το χρονικό διάστημα από 01.07.2015 έως 30.06.2017 ([49,07 + 93,96] = 143,03 ευρώ Χ 24 μήνες ). Επιπλέον, αιτείται να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ να της καταβάλει το ποσό των 500,00 ευρώ ως αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων των ασφαλιστικών φορέων. Εξάλλου, ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας, με την 538265/23.4.2018 έκθεση των απόψεών του, συνομολογεί τη διενέργεια των ανωτέρω περικοπών-μειώσεων δυνάμει των ν. 4051/2012 και ν. 4093/2012, υποστηρίζει ότι έχει αποσταλεί ερώτημα στο Υπουργείο αναφορικά με την εφαρμογή των 2287-2288/2015 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι πάντως οι δικαστικές αυτές αποφάσεις έχουν ισχύ μεταξύ των προσώπων, που ήταν διάδικοι στις συγκεκριμένες δίκες και ότι οι σχετικές κρατήσεις διενεργούνται στις συντάξεις βάσει διατάξεων νόμων, που εξακολουθούν να ισχύουν.
  2. Επειδή, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 3 της παρούσας απόφασης, οι μειώσεις που επήλθαν στην κύρια σύνταξη της ενάγουσας κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κρίνει ότι μη νομίμως περικόπηκε κατά τα αντίστοιχα ποσά η κύρια σύνταξη που έλαβε η ενάγουσα από το Ε.Τ.Α.Α. και ακολούθως από τον Ε.Φ.Κ.Α., κατά τα βασίμως προβαλλόμενα. Ως εκ τούτου, εξαιτίας της παράνομης αυτής μείωσης, δημιουργείται ευθύνη του εναγόμενου ν.π.δ.δ. να αποζημιώσει την ενάγουσα, σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.ΑΚ. και ειδικότερα να καταβάλει σε αυτήν τις διαφορές συντάξεων για το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως 30.6.2017. Ειδικότερα, το ποσό, που οφείλεται στην ενάγουσα, σύμφωνα με τα μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων, που αυτή προσκομίζει και το οποίο δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο ν.π.δ.δ., είναι 40,97 ευρώ (μείωση βάσει του ν. 4051/2012) Χ 24 μήνες + 93,96 ευρώ (μείωση βάσει του ν .4093/2012) Χ 24 μήνες, ήτοι συνολικά, 3.432,72 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταβληθεί στην ενάγουσα νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, στις 30.6.2017 (βλ. την 6845Ε΄/30.6.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή …….). Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης του ζημιογόνου γεγονότος και το γεγονός ότι εξαιτίας των παρανόμων ενεργειών του εναγομένου, η ενάγουσα απώλεσε μέρος των συνταξιοδοτικών της παροχών για τα ανωτέρω αντιστοίχως χρονικά διαστήματα, κρίνει ότι αυτή υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτήν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500,00 ευρώ, νομιμοτόκως, από 30.6.2017, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής.
  3. Επειδή, κατ” ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.932,72 ευρώ (3.432,72 ευρώ + 500,00 ευρώ), νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής (30.6.2017), εκτιμωμένων, όμως, των περιστάσεων πρέπει να απαλλαγεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ. από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας (άρθρο 275 παρ. 1 εδάφιο ε΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ν.2717/1997,Α΄97).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα δύο ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (3.932,72 ευρώ), νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής (30.6.2017).

Απαλλάσσει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 22.6.2018.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

Περισσότερα