ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-«ΣΤΑΘΜΟΣ» ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ!

ΕΝΥΠΕΚΚ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ

     ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

Αθήνα 24-10-2016

 

 

ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ

ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-«ΣΤΑΘΜΟΣ» ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ!

 

 

  • ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΠΟΛΥΟΝΤΑΙ ΛΟΓΩ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
  • ΙΣΗ ΑΜΟΙΒΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

ΙΔΟΥ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ!

 

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα τη δημοσίευση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΚ) των δύο αποφάσεων-«σταθμών» στην ιστορία του Ευρωπαϊκού Εργατικού Δικαίου, που αφορούν εκατομμύρια εργαζομένων στην Ευρώπη και την Ελλάδα, στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα:

α)την υπ’αριθ. C-441/14, που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2016 και αφορά την καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης (αντί της μισής) και για όσους (-ες) αποχωρούν ή απολύονται λόγω συμπλήρωσης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και

β)την υπ’αριθ. C-596/14, που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2016 και που αφορά το δικαίωμα των συμβασιούχων να αμείβονται όσο απασχολούνται και να αποζημιώνονται όταν απολύονται, όπως και οι συνάδελφοί τους αορίστου χρόνου.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ, μετά από απαίτηση πολλών ενδιαφερομένων που αδυνατούν να βρουν τα κείμενα των ως άνω αποφάσεων στα αρχεία του ΔΕΚ, δημοσιεύει σήμερα ολόκληρα τα πρωτότυπα κείμενα, μεταφρασμένα στην ελληνική και κατευθύνει με τον αντίστοιχο σύνδεσμο (link) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

ΕΝΥΠΕΚΚ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ

Για την Εκτελεστική Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

——————————————————————————————————-

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 19ης Απριλίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας – Εθνική ρύθμιση αντίθετη προς οδηγία – Δυνατότητα ιδιώτη να ζητήσει να αναγνωριστεί η ευθύνη του Δημοσίου για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης – Διαφορά μεταξύ ιδιωτών – Στάθμιση των διαφόρων δικαιωμάτων και αρχών – Αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Ρόλος του εθνικού δικαστή»

Στην υπόθεση C-441/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβληθείσα από το Højesteret (Δανία) με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Σεπτεμβρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Dansk Industri (DI), για λογαριασμό της Ajos A/S,

κατά

κληρονόμων του Karsten Eigil Rasmussen,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano, αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, T. von Danwitz, J. L. da Cruz Vilaça, A. Arabadjiev και F. Biltgen (εισηγητή), προέδρους τμήματος, J. Malenovský, E. Levits, J.-C. Bonichot, M. Berger, ME. Jarašiūnas και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 7ης Ιουλίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–        η Dansk Industri (DI), για λογαριασμό της Ajos A/S, εκπροσωπούμενη από τον M. Eisensee, advokat,

–        οι κληρονόμοι του Karsten Eigil Rasmussen, εκπροσωπούμενοι από τον A. Andersen, advokat,

–        η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Bering Liisberg και την M. Wolff,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Beutler,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Bulterman και M. Gijzen,

–        και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Clausen και τον D. Martin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία, αφενός, του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α΄, καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16), και αφετέρου, της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, καθώς και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Dansk Industri (DI), η οποία ενεργεί για λογαριασμό της Ajos A/S (στο εξής: Ajos), και των κληρονόμων του K. E. Rasmussen, με αντικείμενο την άρνηση της Ajos να καταβάλει στον K. E. Rasmussen αποζημίωση απόλυσης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η οδηγία 2000/78

3        Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, «σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη».

4        Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι:

«1.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.

  1. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)      συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,

[…]».

5        Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:

«1.      Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:

α)      την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,

β)      τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,

[…]

  1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου.»

 Η δανική νομοθεσία

6        Το άρθρο 2a του νόμου για τις έννομες σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και μισθωτών [lov om retsforholdet mellem arbejdsgivere og funktionærer (funktionærloven)], ως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη διαφορά της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος για τη μισθωτή εργασία), περιείχε τις ακόλουθες διατάξεις σχετικά με την ειδική αποζημίωση απόλυσης:

«1.      Σε περίπτωση απόλυσης μισθωτού ο οποίος έχει απασχοληθεί ανελλιπώς στην ίδια επιχείρηση επί 12, 15 ή 18 έτη, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο ως αποζημίωση κατά την αποχώρησή του ποσό ίσο προς έναν, δύο ή τρεις μισθούς αντιστοίχως.

  1. Η διάταξη της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση όπου ο εργαζόμενος δικαιούται σύνταξη γήρατος βάσει του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος κατά τον χρόνο της αποχώρησής του.
  2. Δεν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης στην περίπτωση όπου ο εργαζόμενος, κατά τον χρόνο της αποχώρησής του, πρόκειται να λάβει σύνταξη γήρατος από τον εργοδότη, στο πλαίσιο προγράμματος συνταξιοδότησης στο οποίο είχε υπαχθεί πριν από τη συμπλήρωση του πεντηκοστού έτους της ηλικίας του.
  3. Η διάταξη της παραγράφου 3 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση όπου συλλογική σύμβαση διέπει, ήδη την 1η Ιουλίου 1996, το ζήτημα της μείωσης ή της μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης λόγω σύνταξης γήρατος η οποία χορηγείται από τον εργοδότη.
  4. Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται επίσης mutatis mutandis σε περίπτωση καταχρηστικής απόλυσης.»

7        Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το Βασίλειο της Δανίας μετέφερε την οδηγία 2000/78 στην εσωτερική του έννομη τάξη θεσπίζοντας τον νόμο 253, σχετικά με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων στην αγορά εργασίας (lov nr. 253 om ændring af lov om forbud mod forskelsbehandling på arbejdsmarkedet m.v.) της 7ης Απριλίου 2004, και τον νόμο 1417, για την τροποποίηση του νόμου σχετικά με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων στην αγορά εργασίας (lov nr. 1417 om ændring af lov om forbud mod forskelsbehandling på arbejdsmarkedet m.v) της 22ας Δεκεμβρίου 2004.

8        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 253 της 7ης Απριλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: νόμος για την απαγόρευση των διακρίσεων), προβλέπει τα κάτωθι:

«Ως δυσμενής διάκριση κατά την έννοια του παρόντος νόμου νοείται κάθε πράξη η οποία εισάγει άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων, σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, αναπηρίας, ιθαγένειας ή συγκεκριμένης κοινωνικής ή εθνοτικής καταγωγής.»

9        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου για την απαγόρευση των διακρίσεων ορίζει τα εξής:

«Απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση εκ μέρους του εργοδότη όσον αφορά την πρόσληψη, την απόλυση, τη μετάθεση ή την προαγωγή μισθωτών ή υποψηφίων για θέση εργασίας, καθώς και ως προς τον μισθό ή τους όρους εργασίας.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Ο Κ. Ε. Rasmussen απολύθηκε στις 25 Μαΐου 2009 από τον εργοδότη του, την Ajos, στην ηλικία των 60 ετών. Λίγες ημέρες αργότερα συμφώνησε με τον εργοδότη του να αποχωρήσει από τη θέση του στα τέλη του Ιουνίου του 2009. Εν συνεχεία προσλήφθηκε από άλλη επιχείρηση.

11      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Κ. Ε. Rasmussen, εφόσον εργαζόταν στην Ajos από 1ης Ιουνίου 1984, είχε κατ’ αρχήν, δυνάμει του άρθρου 2a, παράγραφος 1, του νόμου για τη μισθωτή εργασία, δικαίωμα να λάβει τρεις μισθούς ως αποζημίωση απόλυσης. Εντούτοις, δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία της αποχώρησής του είχε συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του και ο εργοδότης του όφειλε να του καταβάλει σύνταξη γήρατος κατ’ εφαρμογήν συνταξιοδοτικού προγράμματος στο οποίο αυτός είχε υπαχθεί πριν από το 50ό έτος της ηλικίας του, δεν μπορούσε, βάσει του άρθρου 2a, παράγραφος 3, του ως άνω νόμου όπως ερμηνεύεται κατά πάγια νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, να αξιώσει την καταβολή τέτοιας αποζημίωσης, παρότι παρέμεινε στην αγορά εργασίας και μετά την αποχώρησή του από την Ajos.

12      Τον Μάρτιο του 2012 η συνδικαλιστική οργάνωση Dansk Formands Forening άσκησε εξ ονόματος του Κ. Ε. Rasmussen αγωγή κατά της Ajos με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης ίσης με τρεις μισθούς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2a, παράγραφος 1, του νόμου για τη μισθωτή εργασία. Η συνδικαλιστική αυτή οργάνωση στηρίχθηκε συναφώς στην απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark (C-499/08, EU:C:2010:600).

13      Στις 14 Ιανουαρίου 2014 το Sø- og Handelsretten (δικαστήριο ναυτικών και εμπορικών διαφορών) δέχθηκε το αίτημα που υποβλήθηκε εξ ονόματος του Κ. Ε. Rasmussen, εκπροσωπούμενου πλέον από τους κληρονόμους του, για καταβολή της επίμαχης αποζημίωσης. Το δικαστήριο αυτό συνήγαγε από την απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark (C-499/08, EU:C:2010:600) ότι το άρθρο 2a, παράγραφος 3, του νόμου για τη μισθωτή εργασία αντέβαινε στην οδηγία 2000/78 και διαπίστωσε ότι η προγενέστερη ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης από τα εθνικά δικαστήρια προσέκρουε στη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως κατοχυρώνεται στο δίκαιο της Ένωσης.

14      Η Ajos άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Højesteret (Ανώτατο Δικαστήριο), ισχυριζόμενη ότι μια σύμφωνη με την απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark (C‑499/08, EU:C:2010:600) ερμηνεία του άρθρου 2a, παράγραφος 3, του νόμου για τη μισθωτή εργασία θα ήταν contra legem. Υποστήριξε επίσης ότι η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας δεν είναι δυνατό να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της εφαρμογής ενός κανόνα όπως του άρθρου 2a, παράγραφος 3, του νόμου αυτού, το οποίο είναι απολύτως σαφές και ουδεμία άλλη ερμηνεία επιδέχεται, διότι άλλως θα συνέτρεχε περίπτωση παραβίασης των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

15      Υπενθυμίζοντας ότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ ιδιωτών στο πλαίσιο της οποίας δεν είναι δυνατό να αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα στις διατάξεις της οδηγίας 200/78 και ότι τυχόν σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του άρθρου 2a, παράγραφος 3, του νόμου για τη μισθωτή εργασία θα προσέκρουε στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν μισθωτός έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας έναντι εργοδότη του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει την προβλεπόμενη από το δανικό δίκαιο αποζημίωση απόλυσης, έστω και αν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, ο εν λόγω εργοδότης θα απαλλασσόταν από την καταβολή της. Έτσι, η υπό κρίση υπόθεση εγείρει και το ζήτημα κατά πόσον μια άγραφη αρχή του δικαίου της Ένωσης μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα εργοδότη του ιδιωτικού τομέα να στηριχθεί σε εθνική νομοθετική διάταξη η οποία είναι αντίθετη προς την εν λόγω αρχή.

16      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι απαραίτητο, προς επίλυση του ζητήματος αυτού, να διερευνηθεί αν η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας έχει το ίδιο περιεχόμενο και καλύπτει το ίδιο πεδίο με την οδηγία 2000/78 ή αν η τελευταία προβλέπει συναφώς ευρύτερη προστασία έναντι των διακρίσεων λόγω ηλικίας.

17      Αν γίνει δεκτό ότι η οδηγία δεν παρέχει ευρύτερη προστασία σε σχέση με τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, τίθεται επιπλέον το ζήτημα μήπως η ως άνω αρχή είναι δυνατό να τυγχάνει άμεσης εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, όπερ θα μπορούσε να συναχθεί από τις αποφάσεις Mangold (C-144/04, EU:C:2005:709) και Kücükdeveci (C-555/07, EU:C:2010:21), και πώς πρέπει τυχόν άμεση εφαρμογή της συγκεκριμένης αρχής να σταθμίζεται με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και με την απορρέουσα από αυτήν αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

18      Το αιτούν δικαστήριο ερωτά ακόμη αν, σε μια περίπτωση όπως της υπόθεσης της κύριας δίκης, το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να προχωρήσει σε στάθμιση μεταξύ, αφενός, της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας και, αφετέρου, της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και να καταλήξει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου υπερισχύει της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, με συνέπεια ο εργοδότης να απαλλάσσεται, δυνάμει του εσωτερικού δικαίου, από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης.

19      Επ’ αυτού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης να αποσαφηνιστεί αν μπορεί να συνεκτιμηθεί κατά τη στάθμιση η δυνατότητα που έχει, ενδεχομένως, ο εργοδότης να αξιώσει αποζημίωση από το Δανικό Δημόσιο λόγω της ασυμβατότητας της δανικής νομοθεσίας προς το δίκαιο της Ένωσης.

20      Κατόπιν τούτου, το Højesteret αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιόν του και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Περικλείει η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης για την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας και την απαγόρευση ενός συστήματος όπως το δανικό, που προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι δεν δικαιούνται αποζημίωση απολύσεως εφόσον πρόκειται να λάβουν σύνταξη γήρατος από τον εργοδότη τους βάσει συνταξιοδοτικού προγράμματος στο οποίο υπήχθησαν προ της συμπληρώσεως του 50ού έτους της ηλικίας τους, ανεξαρτήτως της επιλογής τους να παραμείνουν στην αγορά εργασίας ή να συνταξιοδοτηθούν;

2)       Μπορεί κατά το δίκαιο της Ένωσης το δανικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί διαφοράς μεταξύ εργαζομένου και του ιδιώτη εργοδότη του με αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως την οποία ο εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλει βάσει του εθνικού δικαίου όπως αυτό περιγράφεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πλην όμως τούτο είναι αντίθετο προς τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης για την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, να προβεί σε στάθμιση μεταξύ, αφενός, της εν λόγω αρχής και της άμεσης εφαρμογής της και, αφετέρου, της αρχής της ασφάλειας του δικαίου καθώς και της συναφούς αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και, κατόπιν της οικείας σταθμίσεως, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αρχή της ασφάλειας του δικαίου υπερισχύει της αρχής απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, με συνέπεια, βάσει του εθνικού δικαίου, ο εργοδότης να εξαιρείται από την υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως; [Ασκεί] το ενδεχόμενο να μπορεί ο εργαζόμενος, αναλόγως των περιστάσεων, να ζητήσει αποζημίωση από το δανικό Δημόσιο επικαλούμενος την ασυμβατότητα της δανικής νομοθεσίας προς το δίκαιο της Ένωσης επιρροή ως προς το ζήτημα κατά πόσον επιτρέπεται μια τέτοια στάθμιση[;]»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

21      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο, το οποίο καλείται να αποφανθεί επί διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, που στερεί από τον μισθωτό το δικαίωμά του σε αποζημίωση απόλυσης στην περίπτωση όπου μπορεί να προβάλει έναντι του εργοδότη του αξίωση για την καταβολή σύνταξης γήρατος δυνάμει συνταξιοδοτικού προγράμματος στο οποίο είχε υπαχθεί πριν από τη συμπλήρωση του 50ού έτους της ηλικίας του, και τούτο ανεξαρτήτως της επιλογής του να παραμείνει στην αγορά εργασίας ή να συνταξιοδοτηθεί.

22      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει κατ’ αρχάς να υπενθυμιστεί ότι η γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, η οποία εξειδικεύεται στην οδηγία 2000/78, πηγάζει, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 4 της ίδιας οδηγίας, από διάφορες διεθνείς συμφωνίες και από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών (βλ. αποφάσεις Mangold, C-144/04, EU:C:2005:709, σκέψη 74, και Kücükdeveci, C-555/07, EU:C:2010:21, σκέψεις 20 και 21). Όπως καθίσταται επίσης σαφές στη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή αυτή, η οποία κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να θεωρείται ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ. αποφάσεις Mangold, C-144/04, EU:C:2005:709, σκέψη 75, και Kücükdeveci, C-555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 21).

23      Επιβάλλεται εν συνεχεία η διαπίστωση ότι, εφόσον η οδηγία 2000/78 δεν καθιερώνει, αυτή η ίδια, τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας αλλά απλώς την εξειδικεύει σε θέματα απασχόλησης και εργασίας, η έκταση της προστασίας την οποία παρέχει η οδηγία δεν βαίνει πέραν εκείνης που εξασφαλίζει η εν λόγω αρχή. Ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλησε, με την έκδοση της οδηγίας, να θέσει ένα πιο συγκεκριμένο πλαίσιο με σκοπό να διευκολύνει την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στην πράξη και, ιδίως, να προβλέψει διάφορες δυνατότητες παρέκκλισης από την ως άνω αρχή οριοθετώντας παράλληλα τις δυνατότητες αυτές μέσω ενός ακριβέστερου ορισμού του τομέα εφαρμογής τους.

24      Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, για να μπορεί η γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας να τύχει εφαρμογής σε μια περίπτωση όπως της υπόθεσης της κύριας δίκης, απαιτείται επιπλέον η περίπτωση αυτή να καλύπτεται από την απαγόρευση των διακρίσεων την οποία θεσπίζει η οδηγία 2000/78.

25      Ως προς το σημείο αυτό, αρκεί να υπομνηστεί ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το άρθρο 2a, παράγραφος 3, του νόμου για τη μισθωτή εργασία, αποκλείοντας γενικώς μια ολόκληρη κατηγορία εργαζομένων από την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης απόλυσης, επηρεάζει τους όρους απόλυσης των οικείων εργαζομένων κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78 (απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, C‑499/08, EU:C:2010:600, σκέψη 21). Επομένως, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και, κατ’ επέκταση, της γενικής αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας.

26      Κατόπιν τούτου, και λαμβανομένου υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική ρύθμιση όπως η προκείμενη στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης προδικαστικής απόφασης, η οποία ορίζει ότι όσοι εργαζόμενοι πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος από τον εργοδότη τους δυνάμει συνταξιοδοτικού προγράμματος όπου υπήχθησαν πριν από τη συμπλήρωση του 50ού έτους της ηλικίας τους δεν μπορούν, εξαιτίας αυτού και μόνον του γεγονότος, να τύχουν της ειδικής αποζημίωσης απόλυσης που έχει ως σκοπό να διευκολύνει την επαγγελματική επανένταξη όσων εργαζομένων έχουν προϋπηρεσία άνω των δώδεκα ετών στην επιχείρηση (απόφαση Ingeniørforeningen i Danmark, C‑499/08, EU:C:2010:600, σκέψη 49), πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ίδιο ισχύει και για τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης, της οποίας η γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας αποτελεί απλώς ειδική έκφανση.

27      Από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ηλικίας, όπως εξειδικεύεται στην οδηγία 2000/78, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει, ούτε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, που στερεί από τον μισθωτό το δικαίωμά του σε αποζημίωση απόλυσης στην περίπτωση όπου μπορεί να προβάλει έναντι του εργοδότη του αξίωση για την καταβολή σύνταξης γήρατος δυνάμει συνταξιοδοτικού προγράμματος στο οποίο είχε υπαχθεί πριν από τη συμπλήρωση του 50ού έτους της ηλικίας του, και τούτο ανεξαρτήτως της επιλογής του να παραμείνει στην αγορά εργασίας ή να συνταξιοδοτηθεί.

 Επί του δεύτερου ερωτήματος

28      Με το δεύτερό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επί διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, στην περίπτωση όπου έχει διαπιστωθεί ότι η κρίσιμη εθνική διάταξη αντιβαίνει στη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, να σταθμίσει την αρχή αυτή με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και να καταλήξει ότι οι δεύτερες πρέπει να υπερισχύσουν της πρώτης. Στο ίδιο πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν, κατά τη στάθμιση αυτή, ο εθνικός δικαστής μπορεί ή οφείλει να λάβει υπόψη ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να αποκαθιστούν τη ζημία η οποία προκαλείται στους ιδιώτες από την εσφαλμένη μεταφορά οδηγίας, όπως η οδηγία 2000/78, στην εσωτερική έννομη τάξη.

29      Κατ’ αρχάς πρέπει να υπομνηστεί η νομολογία σύμφωνα με την οποία τα εθνικά δικαστήρια, όταν καλούνται να επιλύσουν διαφορά μεταξύ ιδιωτών και διαπιστώνουν ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, οφείλουν να διασφαλίσουν την έννομη προστασία που αντλούν οι ιδιώτες από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και να εγγυηθούν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων αυτών (βλ., σχετικά, αποφάσεις Pfeiffer κ.λπ., C-397/01 έως C-403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 111, και Kücükdeveci, C-555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 45).

30      Μολονότι αληθεύει ότι, στις διαφορές μεταξύ ιδιωτών, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι οδηγίες καθαυτές δεν γεννούν υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών και, επομένως, δεν είναι δυνατή η απευθείας επίκληση οδηγίας έναντι ιδιώτη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Marshall, 152/84, EU:C:1986:84, σκέψη 48, Faccini Dori, C‑91/92, EU:C:1994:292, σκέψη 20, και Pfeiffer κ.λπ., C-397/01 έως C-403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 108), εντούτοις το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει επανειλημμένως ότι τόσο η υποχρέωση την οποία υπέχουν τα κράτη μέλη από συγκεκριμένη οδηγία προς επίτευξη του προβλεπόμενου από αυτήν αποτελέσματος όσο και το καθήκον τους να λάβουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που είναι κατάλληλα να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσης επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών αρχών, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους (βλ. στο ίδιο πνεύμα, μεταξύ άλλων, αποφάσεις von Colson και Kamann, 14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 26, καθώς και Kücükdeveci, C-555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 47).

31      Συνεπώς, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια τα οποία καλούνται να το ερμηνεύσουν οφείλουν να λάβουν υπόψη όλους τους κανόνες του και να εφαρμόσουν τις αναγνωριζόμενες από αυτό μεθόδους ερμηνείας προκειμένου να το ερμηνεύσουν, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με το γράμμα και με τον σκοπό της επίμαχης οδηγίας ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που η ίδια ορίζει, και να συμμορφωθούν έτσι με το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Pfeiffer κ.λπ., C-397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψεις 113 και 114, και Kücükdeveci, C‑555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 48).

32      Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ορισμένα όρια στην αρχή της σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Ειδικότερα, η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να ανατρέχει στο δίκαιο της Ένωσης όποτε ερμηνεύει και εφαρμόζει τους κρίσιμους κανόνες του εσωτερικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου και δεν είναι δυνατό να αποτελέσει έρεισμα για μια contra legem ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας (βλ. αποφάσεις Impact, C-268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 100, Dominguez, C-282/10, EU:C:2012:33, σκέψη 25, και Association de médiation sociale, C-176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 39).

33      Είναι όμως σημαντικό να τονιστεί συναφώς ότι η απαίτηση σύμφωνης ερμηνείας περιλαμβάνει και την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της εκάστοτε οδηγίας (βλ., σχετικά, απόφαση Centrosteel, C-456/98, EU:C:2000:402, σκέψη 17).

34      Υπό αυτές τις συνθήκες, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν θα ήταν ορθή κατά νόμον η κρίση του αιτούντος δικαστήριο ότι αδυνατεί να ερμηνεύσει την επίμαχη εθνική διάταξη κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης για τον λόγο και μόνον ότι το ίδιο την ερμηνεύει παγίως κατά τρόπο που δεν συνάδει με το δίκαιο αυτό.

35      Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το εθνικό δικαστήριο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι στο πλαίσιο διαφοράς που άπτεται της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως εξειδικεύεται στην οδηγία 2000/78, αδυνατεί πράγματι να ερμηνεύσει το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με την προαναφερθείσα οδηγία, υποχρεούται παρά ταύτα, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του, να διασφαλίσει την έννομη προστασία την οποία αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης και να εγγυηθεί την πλήρη αποτελεσματικότητα του εν λόγω δικαίου αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη όποια τυχόν διάταξη της οικείας εθνικής ρύθμισης αντιβαίνει στην αρχή αυτή (απόφαση Kücükdeveci, C-555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 51).

36      Εξάλλου, όπως καθίσταται σαφές στη σκέψη 47 της απόφασης Association de médiation sociale (C-176/12, EU:C:2014:2), η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας παρέχει στους ιδιώτες ένα δικαίωμα το οποίο όχι μόνον μπορεί να προβληθεί καθαυτό, αλλά συνεπάγεται, ακόμη και σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών, υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να θέτουν εκποδών τυχόν αντίθετες προς την ως άνω αρχή εθνικές διατάξεις.

37      Εν προκειμένω, λοιπόν, το αιτούν δικαστήριο οφείλει, εφόσον κρίνει ότι του είναι αδύνατο να ερμηνεύσει την επίμαχη εθνική διάταξη κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης, να αφήσει τη διάταξη αυτή ανεφάρμοστη.

38      Στη συνέχεια, όσον αφορά το ζήτημα ποιες υποχρεώσεις απορρέουν από την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν επιτρέπεται τα εθνικά δικαστήρια να στηρίζονται στην αρχή αυτή προκειμένου να συνεχίσουν να εφαρμόζουν εθνικό κανόνα δικαίου που είναι αντίθετος προς τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως εξειδικεύεται στην οδηγία 2000/78.

39      Ειδικότερα, η εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την οποία εξετάζει ως ενδεχόμενο το αιτούν δικαστήριο, θα κατέληγε στην πράξη να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της ερμηνείας που έχει δώσει το Δικαστήριο, αφού, με αυτόν τον τρόπο, η εν λόγω ερμηνεία δεν θα ίσχυε στην περίπτωση της υπόθεσης της κύριας δίκης.

40      Κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία την οποία δίνει το Δικαστήριο σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του αναθέτει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, διαφωτίζει και διευκρινίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τη σημασία και το περιεχόμενο του αντίστοιχου κανόνα, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται από την ημερομηνία της θέσης του σε ισχύ. Επομένως, πλην όλως εξαιρετικών περιστάσεων, των οποίων την ύπαρξη όμως ουδείς επικαλέστηκε εν προκειμένω, ο κανόνας του δικαίου της Ένωσης όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια ακόμη και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και συνήφθησαν πριν από την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης ερμηνείας, εφόσον συντρέχουν κατά τα λοιπά οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να υποβληθεί στην κρίση των αρμόδιων δικαστηρίων διαφορά σχετική με την εφαρμογή του οικείου κανόνα (βλ., ιδίως, απόφαση Gmina Wrocław, C‑276/14, EU:C:2015:635, σκέψεις 44 και 45 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

41      Εξάλλου, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνεται επίκληση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να στερηθεί ο ιδιώτης, ο οποίος ασκεί την αγωγή που αποτελεί την αφορμή για να ερμηνεύσει το Δικαστήριο το δίκαιο της Ένωσης υπό την έννοια ότι αντίκειται στον επίμαχο κανόνα του εθνικού δικαίου, τις ευεργετικές συνέπειες της ερμηνείας αυτής (βλ., σχετικά, αποφάσεις Defrenne, 43/75, EU:C:1976:56, σκέψη 75, και Barber, C-262/88, EU:C:1990:209, σκέψεις 44 και 45).

42      Όσον αφορά τις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου που προεκτέθηκαν στη σκέψη 19 της παρούσας απόφασης, επισημαίνεται ότι η δυνατότητα που έχει όποιος ιδιώτης αντλεί από το δίκαιο της Ένωσης συγκεκριμένο δικαίωμα, όπως εν προκειμένω ο μισθωτός, να ζητήσει αποζημίωση στην περίπτωση όπου το δικαίωμά του έχει προσβληθεί από παραβίαση του δικαίου της Ένωσης καταλογιστέα σε κράτος μέλος (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Francovich κ.λπ., C-6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 33, καθώς και Brasserie du pêcheur και Factortame, C-46/93 και C-48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 20), δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να προκρίνει μια σύμφωνη με την οδηγία 2000/78 ερμηνεία του εθνικού δικαίου ή, εφόσον διαπιστωθεί ότι τέτοια ερμηνεία είναι αδύνατη, να αφήσει ανεφάρμοστη τη διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία αντιβαίνει στη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας όπως εξειδικεύεται στην ως άνω οδηγία, ούτε μπορεί να αποτελέσει λόγο για να αναγνωρίσει το δικαστήριο αυτό, στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαφοράς, προτεραιότητα στην προστασία της εμπιστοσύνης του ιδιώτη, εν προκειμένω του εργοδότη, που συμμορφώθηκε με το εθνικό δίκαιο.

43      Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ ιδιωτών η οποία εμπίπτει στο πεδίο της εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 οφείλει, όταν καλείται να εφαρμόσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, να τις ερμηνεύσει κατά τρόπο ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν σύμφωνα με την ως άνω οδηγία ή, στην περίπτωση όπου μια τέτοια σύμφωνη ερμηνεία είναι αδύνατη, να αφήσει, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη κάθε διάταξη του εθνικού δικαίου αντίθετη προς τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Η υποχρέωση αυτή δεν αναιρείται ούτε από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ούτε από τη δυνατότητα του ιδιώτη ο οποίος θεωρεί ότι έχει ζημιωθεί από την εφαρμογή αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικής διάταξης να εναγάγει το οικείο κράτος μέλος λόγω ευθύνης του από παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

 Επί των δικαστικών εξόδων

44      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

1)      Το δίκαιο της Ένωσης, και πιο συγκεκριμένα η γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως εξειδικεύεται στην οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει, ούτε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, που στερεί από τον μισθωτό το δικαίωμά του σε αποζημίωση απόλυσης στην περίπτωση όπου μπορεί να προβάλει έναντι του εργοδότη του αξίωση για την καταβολή σύνταξης γήρατος δυνάμει συνταξιοδοτικού προγράμματος στο οποίο είχε υπαχθεί πριν από τη συμπλήρωση του 50ού έτους της ηλικίας του, και τούτο ανεξαρτήτως της επιλογής του να παραμείνει στην αγορά εργασίας ή να συνταξιοδοτηθεί.

2)      Το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ ιδιωτών η οποία εμπίπτει στο πεδίο της εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 οφείλει, όταν καλείται να εφαρμόσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, να τις ερμηνεύσει κατά τρόπο ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν σύμφωνα με την ως άνω οδηγία ή, στην περίπτωση όπου μια τέτοια σύμφωνη ερμηνεία είναι αδύνατη, να αφήσει, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη κάθε διάταξη του εθνικού δικαίου αντίθετη προς τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Η υποχρέωση αυτή δεν αναιρείται ούτε από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ούτε από τη δυνατότητα του ιδιώτη ο οποίος θεωρεί ότι έχει ζημιωθεί από την εφαρμογή αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικής διάταξης να εναγάγει το οικείο κράτος μέλος λόγω ευθύνης του από παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

(υπογραφές)

 

http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=176461&pageIndex=0&doclang=el&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=12089

 

——————————————————————————————————-

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Ρήτρα 4 – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Έννοια των “συνθηκών απασχολήσεως” – Αποζημίωση σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εργασίας – Αποζημίωση μη προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία για τις συμβάσεις προσωρινής απασχολήσεως – Διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου»

Στην υπόθεση C‑596/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Madrid (εφετείο Μαδρίτης, Ισπανία) με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Δεκεμβρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Ana de Diego Porras

κατά

Ministerio de Defensa,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet και M. Berger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η A. de Diego Porras, εκπροσωπούμενη από τον J. Rello Ochayta, abogado,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Banciella Rodríguez‑Miñón,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την S. Pardo Quintillán και τον M. van Beek,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ana de Diego Porras και του Ministerio de Defensa (Υπουργείου Άμυνας, Ισπανία) σχετικά με τον χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως που συνδέει τους διαδίκους και με την καταβολή αποζημιώσεως λόγω λύσεως της σχέσεως αυτής.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Από την αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 προκύπτει ότι «τα υπογράφοντα μέρη θέλησαν να συνάψουν μια συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, όπου θα διαγράφονται οι γενικές αρχές και οι ελάχιστες απαιτήσεις για τις συμβάσεις εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου· έχουν δείξει την επιθυμία τους να βελτιώσουν την ποιότητα της εργασίας ορισμένου χρόνου, εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης, καθώς και να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκύπτει από διαδοχικές σχέσεις εργασίας ή συμβάσεις ορισμένου χρόνου».

4        Η οδηγία 1999/70 αποσκοπεί, κατά το άρθρο της 1, «στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου […], που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη […] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP)».

5        Το προοίμιο της συμφωνίας-πλαισίου διευκρινίζει στο τρίτο εδάφιο, ότι αυτή «καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων. Η συμφωνία αυτή αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις, καθώς και για τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε μια βάση αποδοχής από τους εργοδότες και τους εργαζομένους».

6        Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

7        Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας,

  1. ως “εργαζόμενος ορισμένου χρόνου” νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·
  2. ως “αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου” νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων […]».

8        Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης», προβλέπει στο σημείο της 1:

«Όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.»

 Το ισπανικό δίκαιο

9        Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, του texto refundido de la Ley del Estatuto de los Trabajadores, aprobado por el Real Decreto Legislativo 1/1995 (κωδικοποιημένο κείμενο του νόμου για τον Εργατικό Κώδικα, το οποίο προκύπτει από το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1995), της 24ης Μαρτίου 1995 (BOE αριθ. 75, της 29ης Μαρτίου 1995, σ. 9654), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: εργατικός κώδικας), η σύμβαση εργασίας μπορεί να είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί να συνάπτεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

«a)      όταν ο εργαζόμενος προσλαμβάνεται για να εκπληρώσει συγκεκριμένο έργο, το οποίο είναι αυτοτελές και μπορεί να διαχωριστεί από το σύνολο της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, του οποίου η εκτέλεση, καίτοι υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς, είναι κατ’ αρχήν αορίστου διαρκείας. […]

  1. b)      όταν το απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς, η σώρευση εργασίας ή ο υπερβολικός αριθμός παραγγελιών, ακόμα και στο πλαίσιο της συνήθους δραστηριότητας της επιχειρήσεως. […]
  2. c)      σε περίπτωση αντικαταστάσεως εργαζομένων οι οποίοι έχουν δικαίωμα διατηρήσεως της θέσεως εργασίας τους, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση εργασίας αναφέρει το συγκεκριμένο όνομα του αντικαθιστώμενου εργαζομένου και τον λόγο αντικαταστάσεως.»

10      Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, του εργατικού κώδικα, «οι κατά παράβαση του νόμου συναφθείσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου λογίζονται συναφθείσες ως αορίστου χρόνου».

11      Το Real Decreto 2720/1998 por el que se desarrolla el artículo 15 del Estatuto de los Trabajadores en materia de contratos de duración determinada (βασιλικό διάταγμα 2720/1998, περί εκτελέσεως του άρθρου 15 του εργατικού κώδικα όσον αφορά τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου), της 18ης Δεκεμβρίου 1998 (BOE αριθ. 7, της 8ης Ιανουαρίου 1999, σ. 568), καθορίζει, στο άρθρο του 4, παράγραφος 1, τη σύμβαση interinidad (προσωρινής απασχολήσεως) ως τη σύμβαση που συνάπτεται για την αντικατάσταση εργαζομένου της επιχειρήσεως ο οποίος έχει δικαίωμα διατηρήσεως της θέσεως εργασίας του δυνάμει της νομοθεσίας, συλλογικής συμβάσεως ή ατομικής συμφωνίας. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω βασιλικού διατάγματος, η σύμβαση πρέπει να προσδιορίζει τον αντικαθιστώμενο εργαζόμενο και τον λόγο αντικαταστάσεως. Η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας interinidad αντιστοιχεί στη διάρκεια απουσίας του αντικαθιστώμενου εργαζομένου ο οποίος έχει δικαίωμα διατηρήσεως της θέσεως εργασίας του.

12      Από το άρθρο 15, παράγραφος 5, του εργατικού κώδικα προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι προσελήφθησαν για συνεχή ή διακεκομμένη απασχόληση, διάρκειας μεγαλύτερης των 24 μηνών κατά τη διάρκεια περιόδου 30 μηνών, αποκτούν το καθεστώς μόνιμων εργαζομένων. Πάντως, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις καταρτίσεως, στις συμβάσεις μερικής αντικαταστάσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως ή στις συμβάσεις εργασίας interinidad, ούτε άλλωστε στις προσωρινές συμβάσεις εργασίας στο πλαίσιο δημόσιων προγραμμάτων απασχολήσεως-καταρτίσεως.

13      Το άρθρο 49, παράγραφος 1, στοιχείο c, του εργατικού κώδικα προβλέπει ότι, όταν λήγει η σύμβαση εργασίας, πλην των περιπτώσεων των συμβάσεων interinidad και των συμβάσεων καταρτίσεως, ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημιώσεως ποσού ανάλογου προς το ποσό που αντιστοιχεί σε δώδεκα ημερομίσθια ανά έτος υπηρεσίας.

14      Κατά το άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο b, του εργατικού κώδικα, η λύση συμβάσεως εργασίας για αντικειμενικούς λόγους συνεπάγεται «την καταβολή στον εργαζόμενο, την ίδια χρονική στιγμή με την γραπτή κοινοποίηση, αποζημιώσεως είκοσι ημερομισθίων ανά έτος αρχαιότητας, αποζημίωση υπολογιζόμενη κατ’ αναλογίαν του αριθμού των εργάσιμων μηνών για τις μικρότερες του έτους περιόδους, με ανώτατο όριο δώδεκα μηνιαίων μισθών».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15      Η A. de Diego Porras απασχολήθηκε, από τον Φεβρουάριο του 2003, με σειρά συμβάσεων εργασίας interinidad, ως γραμματέας σε διάφορες υποδιευθύνσεις του Υπουργείου Άμυνας. Η τελευταία σύμβαση εργασίας interinidad, συναφθείσα στις 17 Αυγούστου 2005, αποσκοπούσε στην αντικατάσταση της Mayoral Fernández, η οποία είχε απαλλαγεί πλήρως των επαγγελματικών υποχρεώσεών της για να ασκήσει συνδικαλιστικά καθήκοντα.

16      Κατ’ εφαρμογήν του Real Decreto-ley 20/2012 de medidas para garantizar la estabilidad presupuestaria y de fomento de la competitividad (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 20/2012 περί μέτρων διασφαλίσεως της δημοσιονομικής σταθερότητας και ενισχύσεως του ανταγωνισμού), της 13ης Ιουλίου 2012 (BOE αριθ. 168, της 14ης Ιουλίου 2012, σ. 50428), η απαλλαγή της Μayoral Fernandez από την εργασία ανακλήθηκε.

17      Με έγγραφο της 13ης Σεπτεμβρίου 2012, η A. de Diego Porras κλήθηκε να υπογράψει τη λύση της συμβάσεως εργασίας της με ισχύ από 30 Σεπτεμβρίου 2012 προκειμένου να καταστεί δυνατή η επανένταξη της Μayoral Fernandez στη θέση εργασίας της από 1ης Οκτωβρίου 2012.

18      Στις 19 Νοεμβρίου 2012, η A. de Diego Porras άσκησε αγωγή ενώπιον του Juzgado de lo Social n° 1 de Madrid (δικαστήριο εργατικών διαφορών υπʼ αριθ. 1, Μαδρίτη, Ισπανία) με σκοπό να αμφισβητήσει τόσο τη νομιμότητα της συμβάσεως εργασίας της όσο και τους όρους λύσεώς της.

19      Μετά την απόρριψη της αγωγής της με απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, η ενδιαφερόμενη άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Madrid (εφετείο Μαδρίτης, Ισπανία), ενώπιον του οποίου ισχυρίστηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας interinidad, στο πλαίσιο των οποίων προσελήφθη, συνήφθησαν κατά παράβαση του νόμου και πρέπει να επαναχαρακτηρισθούν ως «σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου». Κατά συνέπεια, η λύση τέτοιας συμβάσεως συνεπάγεται την καταβολή αποζημιώσεως.

20      Το Tribunal Superior de Justicia de Madrid (εφετείο Μαδρίτης) διαπιστώνει, αφενός, ότι η πρόσληψη της A. de Diego Porras με σύμβαση εργασίας interinidad συνάδει με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις και, αφετέρου, ότι η λύση της εν λόγω συμβάσεως στηρίζεται σε αντικειμενικό λόγο.

21      Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον η A. de Diego Porras δικαιούται να απαιτεί την καταβολή αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας της. Πράγματι, στο ισπανικό δίκαιο, υπάρχει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των συνθηκών απασχολήσεως των εργαζομένων αορίστου χρόνου και των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, καθόσον η καταβαλλόμενη αποζημίωση σε περίπτωση νόμιμης λύσεως της συμβάσεως εργασίας είναι 20 ημερομισθίων ανά έτος αρχαιότητας για τους πρώτους, ενώ ανέρχεται μόνο σε 12 ημερομίσθια ανά έτος υπηρεσίας για τους δεύτερους. Η ανισότητα αυτή είναι ακόμη εντονότερη όσον αφορά τους εργαζομένους που προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας interinidad, στους οποίους η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα αποζημιώσεως όταν η σύμβαση λήγει νομίμως.

22      Δεδομένου υπόψη ότι ουδείς αντικειμενικός λόγος φαίνεται να δικαιολογεί τη διαφορετική αυτή μεταχείριση, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το συμβατό των επίμαχων εθνικών διατάξεων με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, η οποία κατοχυρώνεται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, όπως ερμηνεύεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de Madrid (εφετείο Μαδρίτης) αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει να θεωρηθεί η αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου ως εμπίπτουσα στις συνθήκες απασχολήσεως στις οποίες αναφέρεται η ρήτρα 4, σημείο 1, της [συμφωνίας πλαισίου];

2)      Εφόσον γίνει δεκτό ότι η εν λόγω αποζημίωση εμπίπτει στις συνθήκες απασχολήσεως, πρέπει οι εργαζόμενοι που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας ή επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, να λάβουν κατά τη λύση της συμβάσεως την ίδια αποζημίωση με αυτή που θα αντιστοιχούσε σε εργαζόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου όταν η σύμβαση του τελευταίου λύεται για αντικειμενικούς λόγους;

3)      Εφόσον ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου δικαιούται την ίδια αποζημίωση με τον εργαζόμενο αορίστου χρόνου λόγω λύσεως της συμβάσεως για αντικειμενικούς λόγους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 49, παράγραφος 1, στοιχείο c, του εργατικού κώδικα έχει μεταφέρει ορθά την οδηγία 1999/70[…] ή εισάγει διακρίσεις και έρχεται σε αντίθεση με αυτήν αντιβαίνοντας στον σκοπό και στο πρακτικό αποτέλεσμά της;

4)      Εφόσον δεν υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι εξαιρέσεως των εργαζομένων των οποίων η σύμβαση εργασίας αποσκοπεί ουσιαστικώς στην αντικατάσταση εργαζομένου ο οποίος έχει δικαίωμα διατηρήσεως της θέσεως εργασίας του από το δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, συνιστά δυσμενή διάκριση η διαφοροποίηση στην οποία προβαίνει ο εργατικός κώδικας μεταξύ των συνθηκών απασχολήσεως των εργαζομένων αυτών σε σχέση όχι μόνον προς τις συνθήκες απασχολήσεως των εργαζομένων αορίστου χρόνου αλλά και σε σχέση με αυτές των λοιπών κατηγοριών εργαζομένων ορισμένου χρόνου;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

24      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι στις «συνθήκες απασχολήσεως» περιλαμβάνεται η αποζημίωση την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης σε εργαζόμενο λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου.

25      Εισαγωγικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Επίσης, το προοίμιο της συμφωνίας-πλαισίου διευκρινίζει, στο τρίτο εδάφιο, ότι η συμφωνία αυτή «αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις». Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47· της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Carratù, C‑361/12, EU:C:2013:830, σκέψη 40, καθώς και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C‑38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 22).

26      Η συμφωνία-πλαίσιο, και ιδίως η ρήτρα της 4, αποσκοπεί στην εφαρμογή της εν λόγω αρχής στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να μη χρησιμοποιείται μια τέτοια σχέση εργασίας από τους εργοδότες για να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C‑307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37· της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48, καθώς και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C‑38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 23).

27      Λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της συμφωνίας-πλαισίου, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C‑307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38· της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49, καθώς και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C‑38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 24).

28      Όσον αφορά την έννοια των «συνθηκών απασχολήσεως» σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι αποφασιστικό κριτήριο για να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στην ως άνω έννοια είναι ακριβώς το κριτήριο της απασχολήσεως, δηλαδή της σχέσεως εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη του (αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Carratù, C‑361/12, EU:C:2013:830, σκέψη 35, και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C‑38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 25).

29      Επομένως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην έννοια των «συνθηκών απασχολήσεως» σύμφωνα με τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, εμπίπτουν τα επιδόματα τριετίας που αντιπροσωπεύουν ένα από τα στοιχεία των αποδοχών που πρέπει να λαμβάνει εργαζόμενος ορισμένου χρόνου εξίσου με εργαζόμενο αορίστου χρόνου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C‑307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 47, καθώς και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 50 έως 58).

30      Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια αυτή περιλαμβάνει και τους κανόνες σχετικά με τον καθορισμό της προθεσμίας προειδοποιήσεως που ισχύει σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου η οποία αποκλείει από την έννοια των «συνθηκών απασχολήσεως», σύμφωνα με τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, τους όρους λύσεως συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου θα περιόριζε, κατά παραβίαση του σκοπού για τον οποίο έχει θεσπισθεί η εν λόγω διάταξη, το πεδίο εφαρμογής της παρεχόμενης στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προστασίας κατά των διακρίσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C‑38/13, EU:C:2014:152, σκέψεις 27 και 29).

31      Τα προεκτεθέντα ισχύουν πλήρως σε αποζημίωση όπως αυτή της κύριας δίκης. Δεδομένου ότι η αποζημίωση δίδεται στον εργαζόμενο λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας που τον συνδέει με τον εργοδότη του και πληροί το κριτήριο που θεσπίζεται στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια των «συνθηκών απασχολήσεως».

32      Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι στις «συνθήκες απασχολήσεως» περιλαμβάνεται η αποζημίωση την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω λύσεως της συμβάσεώς του εργασίας ορισμένου χρόνου.

 Επί του δευτέρου και του τετάρτου ερωτήματος

33      Με το δεύτερο έως και το τέταρτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία δεν αναγνωρίζει καμία αποζημίωση λόγω λύσεως συμβάσεως εργασίας εργαζομένου ο οποίος απασχολείται βάσει συμβάσεως εργασίας interinidad, ενώ η αποζημίωση αυτή χορηγείται, μεταξύ άλλων, σε αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου.

34       Όσον αφορά τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι, στο σημείο 1, απαγορεύει, ως προς τις συνθήκες απασχολήσεως, τη λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου από τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου για τον λόγο και μόνον ότι οι δεύτεροι απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός εάν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

35      Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός και αν μια τέτοιου είδους μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι υφίσταται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου, καθόσον, αντιθέτως προς τους εργαζομένους που έχουν προσληφθεί δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, οι βάσει συμβάσεως interinidad εργαζόμενοι δεν δικαιούνται καμίας αποζημιώσεως σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεώς τους, τούτο δε ανεξαρτήτως της διάρκειας των περιόδων υπηρεσίας που έχουν συμπληρωθεί.

37      Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων πραγματώθηκε και εξειδικεύθηκε με τη συμφωνία-πλαίσιο αποκλειστικώς σε σχέση με τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι των αντίστοιχων εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (διατάξεις της 11ης Νοεμβρίου 2010, Vino, C‑20/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:677, σκέψη 56· της 22ας Ιουνίου 2011, Vino, C‑161/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:420, σκέψη 28, και της 7ης Μαρτίου 2013, Rivas Montes, C‑178/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:150, σκέψη 43).

38      Αντιθέτως, η τυχόν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ορισμένων κατηγοριών προσωπικού ορισμένου χρόνου, όπως αυτή την οποία αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στο τέταρτο ερώτημα, δεν εμπίπτουν στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που κατοχυρώνεται στην εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο (διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2010, Vino, C‑20/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:677, σκέψη 57).

39      Λαμβανομένης υπόψη της διαπιστωθείσας ανισότητας, πρέπει, αρχικώς, να εξακριβωθεί αν οι καταστάσεις της κύριας δίκης είναι συγκρίσιμες και, στη συνέχεια, αν τυχόν η ανισότητα αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς.

Επί της συγκρισιμότητας των επίμαχων καταστάσεων

40      Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα οικεία άτομα ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια εργασία υπό την έννοια της συμφωνίας‑πλαισίου, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν των ρητρών 3, σημείο 2, και 4, σημείο 1, αυτής, να εξεταστεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, τα άτομα αυτά είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως ευρισκόμενα σε συγκρίσιμη κατάσταση (απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C‑38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 31).

41      Πράγματι, κατά τη νομολογία, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία που πραγματοποίησε εργαζόμενος όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στο πλαίσιο διαφόρων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων αορίστου χρόνου, η προβαλλόμενη διαφορετική μεταχείριση ως προς τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας δεν είναι αντίθετη προς τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, δεδομένου ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση θα αφορούσε διαφορετικές καταστάσεις (απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

42      Καίτοι, τελικώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει αν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, όταν ασκούσε καθήκοντα γραμματέα στο Υπουργείο Άμυνας στο πλαίσιο των διαφόρων συμβάσεών της εργασίας interinidad, βρισκόταν σε συγκρίσιμη κατάσταση με αυτή των εργαζομένων που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις αορίστου χρόνου από την ίδια αρχή κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C‑38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 32), πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι, εν προκειμένω, από τα στοιχεία της ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσας δικογραφίας προκύπτει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης πραγματοποιούσε εργασία ανάλογη ή πανομοιότυπη με την εργασία εργαζομένου αορίστου χρόνου.

43      Πράγματι, από το γεγονός ότι η εν λόγω προσφεύγουσα κατείχε για επτά συναπτά έτη την ίδια θέση εργασίας με υπάλληλο η οποία είχε απαλλαγεί πλήρως από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της για να ασκήσει συνδικαλιστικά καθήκοντα μπορεί να συναχθεί ότι, όχι μόνον η ενδιαφερομένη είχε την απαραίτητη κατάρτιση για την εν λόγω θέση εργασίας, αλλά πραγματοποιούσε και την ίδια εργασία με το πρόσωπο που κλήθηκε να αντικαταστήσει μονίμως κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης αυτής χρονικής περιόδου, και μάλιστα υπό τις ίδιες εργασιακές συνθήκες.

44      Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η κατάσταση εργαζομένου ορισμένου χρόνου στην οποία βρίσκεται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είναι συγκρίσιμη με αυτήν εργαζομένου αορίστου χρόνου.

Επί της υπάρξεως αντικειμενικής δικαιολογίας

45      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» απαιτεί η διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση να δικαιολογείται από την ύπαρξη σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων, χαρακτηριστικών του οικείου όρου εργασίας στο ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η άνιση αυτή μεταχείριση ανταποκρίνεται σε μια γνήσια ανάγκη, αν είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αν είναι αναγκαία προς τούτο. Τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C‑307/05, EU:C:2007:509, σκέψεις 53 και 58· της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 55· της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 73, καθώς και της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 51).

46      Επομένως, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων», κατά τη ρήτρα 4, σημεία 1 και/ή 4, της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να νοηθεί ως μη δικαιολογούσα διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου εκ του γεγονότος ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση προβλέπεται από γενικό και αφηρημένο εθνικό κανόνα δικαίου, όπως είναι ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C‑307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 57· της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 54· της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 72, καθώς και της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 50).

47      Εξάλλου, η επίκληση απλώς και μόνον του προσωρινού χαρακτήρα της απασχολήσεως του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις απαιτήσεις και, επομένως, δεν δύναται να αποτελέσει «αντικειμενικό λόγο» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημεία 1 και/ή 4, της συμφωνίας-πλαισίου. Πράγματι, εάν γινόταν δεκτό ότι απλώς και μόνον ο προσωρινός χαρακτήρας της σχέσεως εργασίας αρκεί για τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων με σχέση ορισμένου χρόνου και εργαζομένων με σχέση αορίστου χρόνου, οι σκοποί της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου θα καθίσταντο κενοί περιεχομένου και θα διαιωνιζόταν μια κατάσταση δυσμενής για τους εργαζομένους με σχέση ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 56 και 57· της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 74, καθώς και της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 52).

48      Οι παρασχεθείσες από την Ισπανική Κυβέρνηση διευκρινίσεις αφορούν τη διαφορά ως προς τη φύση και το αντικείμενο μεταξύ των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτή έγκειται στη διάρκειά τους καθώς και στην προσδοκία σταθερότητας της εργασιακής σχέσης.

49      Συναφώς, καίτοι, κατ’ αρχήν, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει αν τα ενώπιόν του προβληθέντα επιχειρήματα συνιστούν «αντικειμενικούς λόγους» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, λαμβανομένης υπόψη της υπομνησθείσας στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, επισημαίνεται εντούτοις ότι η Ισπανική Κυβέρνηση απλώς τονίζει τη διαφορά της φύσεως και του αντικειμένου που διακρίνει τις συμβάσεις εργασίας interinidad από τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, επικαλούμενη το κριτήριο της διάρκειας και την προσδοκία σταθερότητας της συμβατικής σχέσης των δεύτερων.

50      Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας αποφάσεως, ούτε η προσωρινή φύση της εργασιακής σχέσης ούτε η ανυπαρξία διατάξεως στην εθνική νομοθεσία σχετικά με τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας interinidad μπορούν να αποτελέσουν, αφεαυτών, αντικειμενικούς λόγους.

51      Επιπλέον, το επιχείρημα που αντλείται από την προβλεψιμότητα της λήξεως της συμβάσεως εργασίας interinidad δεν βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, ενώ όχι μόνον, βάσει των πραγματικών περιστατικών, τέτοιου είδους σύμβαση εργασίας interinidad μπορεί να διαιωνιστεί, όπως στην περίπτωση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης της οποίας οι συμβατικές σχέσεις διήρκεσαν άνω των δέκα ετών, αλλά επίσης το επιχείρημα αυτό ανατρέπεται από το γεγονός ότι, σε αντίστοιχες καταστάσεις, η σχετική εθνική νομοθεσία προβλέπει τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων ορισμένου χρόνου.

52      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο δεύτερο έως και το τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία δεν αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας σε εργαζόμενο στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας interinidad, ενώ επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων, σε αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Το γεγονός και μόνον ότι ο εν λόγω εργαζόμενος πραγματοποίησε την εργασία του βάσει συμβάσεως εργασίας interinidad δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο, ο οποίος να δικαιολογεί τη μη χορήγηση της αποζημιώσεως αυτής στον ως άνω εργαζόμενο.

 Επί των δικαστικών εξόδων

53      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι στις «συνθήκες απασχολήσεως» περιλαμβάνεται η αποζημίωση την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας του ορισμένου χρόνου.

2)      Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία δεν αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας σε εργαζόμενο στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας interinidad, ενώ επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων, σε αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Το γεγονός και μόνον ότι ο εν λόγω εργαζόμενος πραγματοποίησε την εργασία του βάσει συμβάσεως εργασίας interinidad δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο, ο οποίος να δικαιολογεί τη μη χορήγηση της αποζημιώσεως αυτής στον ως άνω εργαζόμενο.

(υπογραφές)

http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=183301&pageIndex=0&doclang=EL&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=10302

 

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *