ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ 2019

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

 

Αθήνα 16-11-2018

 

 

ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ 2019

ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΧΘΕΣ ΤΟ EUROWORKING GROUP!

 

Οι συνταξιούχοι απαιτούν:

Ακύρωση των περικοπών άμεσα με νόμο!

 

 

Ιδού οι δύο τροπολογίες της ΕΝΥΠΕΚΚ

που λύνουν οριστικά το θέμα!

 

1.Την αναστολή των περικοπών στις συντάξεις και ΜΟΝΟ για το έτος 2019 και όχι την ακύρωσή τους, όπως πανηγυρίζει η κυβέρνηση και τα φίλια προς αυτήν ΜΜΕ, αποφάσισε χθες το Euroworking Group.

Άλλωστε, δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά αφού η συζήτηση αφορούσε το σχέδιο προϋπολογισμού για το έτος 2019 και τη δυνατότητα επίτευξης του πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το ίδιο έτος χωρίς τις περικοπές των συντάξεων.

Έτσι οδηγούμαστε, κατά πάσα πιθανότητα, σε έναν νέο γύρο εμπαιγμού των συνταξιούχων και των οικογενειών τους, ενόψει μάλιστα των Ευρωεκλογών τον Μάιο του 2019 και τις ανεξέλεγκτες διαστάσεις που θα λάβει η κρίση στην Ιταλία τους επόμενους μήνες καθώς και μπροστά στον φόβο για την έντονη ευρωσκεπτικιστική διάθεση των ευρωπαϊκών λαών.

Οι περικοπές των συντάξεων μέσω του επανυπολογισμού τους και η εξεύρεση της προσωπικής διαφοράς (αρνητικής ή θετικής) θεσπίστηκε με τον ν. 4472/2017. Αργότερα με τον ν. 4549/2018 οι περικοπές ποσοτικοποιήθηκαν στα πλαίσια του Μεσοπρόθεσμου των ετών 2019-2022. Προβλέφθηκε δηλαδή η δυνατότητα οι περικοπές των συντάξεων να στοχεύουν στην επίτευξη του πλεονάσματος και των τεσσάρων (4) ετών 2019-2020-2021-2022.

Είναι σκόπιμο, επομένως, αντί της αναστολής τού μέτρου -και μάλιστα ΜΟΝΟ για το 2019-, αυτό να ακυρωθεί με νόμο δια παντός, για παλιούς και νέους συνταξιούχους, για κύριες και επικουρικές συντάξεις!

Γι’αυτό οι συνταξιούχοι απαιτούν όχι μόνο την αναστολή των περικοπών και όχι μόνο για το έτος 2019, αλλά την ακύρωση του θεσμού της προσωπικής διαφοράς και του επανυπολογισμού ΟΛΩΝ των συντάξεων (κύριων και επικουρικών, παλαιών και νέων).

Απαιτούν επίσης την επαναβίωση του θεσμού του ΕΚΑΣ, την ακύρωση του μέτρου που καταργεί τα οικογενειακά επιδόματα στις συντάξεις όπως επίσης και την ακύρωση του μέτρου που αναστέλλει τις αυξήσεις των συντάξεων μέχρι τα τέλη του 2022.

 

  1. Το Τμήμα Συντάξεων της ΕΝΥΠΕΚΚ επεξεργάστηκε σχέδιο δύο (2) τροπολογιών (για κύριες και επικουρικές συντάξεις, αντίστοιχα) οριστικής ακύρωσης του μέτρου των περικοπών των συντάξεων και όχι απλής αναστολής του, που προωθούν κυβέρνηση και δανειστές, με απώτερο στόχο:

α) αφενός μεν την αμετάκλητη και δια νόμου κατάργηση του επανυπολογισμού-αναπροαρμογής και προσωπικής διαφοράς, για όλους ανεξαιρέτως τους συνταξιούχους (παλιούς και νέους) και

β) αφετέρου την κατάργηση της «ρήτρας 2060» που ψήφισαν και τα 5 κόμματα του μνημονιακού τόξου με τον νόμο τού τρίτου Μνημονίου 4336/2015 και εξειδίκευσε ο νόμος Κατρούγκαλου (ν. 4387/2016, άρθρο 14 παρ. 4), με τον οποίο μειώνονται οι συνταξιοδοτικές δαπάνες μέχρι το 2060 ώσπου -προϊόντος του χρόνου- θα καταστούν ισχνά επιδόματα!

 

 

ΙΔΟΥ ΟΙ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

Παραθέτουμε τις δύο τροπολογίες (για κύριες και επικουρικές συντάξεις).

 

1.Τροπολογία για την ακύρωση των περικοπών στις κύριες συντάξεις

«Το άρθρο 14 του ν. 4387/2016 στο σύνολό του, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4472/2017 και ποσοτικοποιήθηκε με τον ν. 4549/2017 («Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022», Παράρτημα, σελ. 8672), καταργείται.».

 

2.Τροπολογία για την ακύρωση των περικοπών στις επικουρικές συντάξεις

«Το άρθρο 96 παρ. 4 του ν. 4387/16, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4472/2017 και ποσοτικοποιήθηκε με τον ν. 4549/2017 («Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022», Παράρτημα, σελ. 8672), καταργείται.».

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τους περήφανους και μαχητικούς συνταξιούχους να μην αρκεστούν στην απλή χρονική μετάθεση του μέτρου των περικοπών των συντάξεών τους, αλλά να στοχεύσουν στην καθολική ακύρωση του άδικου αυτού μέτρου, εμμένοντας στην κατάθεση και την υπερψήφιση των παραπάνω δύο τροπολογιών, γιατί είναι η μόνη δίκαιη λύση σήμερα ΚΑΙ για το μέλλον.

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τις πολιτικές ηγεσίες όλων των κομμάτων να συμφωνήσουν στην υπερψήφιση μόνο των παραπάνω τροπολογιών διότι μόνο αυτές λύνουν οριστικά και αμετάκλητα το σημαντικότερο σήμερα κοινωνικό ζήτημα.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

 

Περισσότερα

Γιατί αργούν οι αποφάσεις του ΣτΕ για τον νόμο Κατρούγκαλου

AΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

14/11/2018

Γιατί αργούν οι αποφάσεις του ΣτΕ για τον νόμο Κατρούγκαλου;

 

 

Δεκατρείς (13) μήνες μετά την εκδίκαση των προσφυγών από το Συμβούλιο της Επικρατείας (4-10-2017) και επτά (7) μήνες μετά την παραίτηση τού πρώην Προέδρου κ.Νικολάου Σακελλαρίου (16-5-2018) που κατήγγειλε παρεμβάσεις στη λειτουργία του, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας δεν έχει ακόμη εκδώσει τις αποφάσεις του για τη συνταγματικότητα ή μη του νόμου 4387/2016 (“νόμος Κατρούγκαλου”).

Η αγωνία των συνταξιούχων και όλου του λαού κορυφώνεται, πολύ περισσότερο όταν έχει γίνει ευρέως γνωστό ότι οι Διασκέψεις έχουν προ μηνών ολοκληρωθεί και οι αποφάσεις του έχουν ουσιαστικά ληφθεί.

Η κυβέρνηση, εν τω μεταξύ, βρίσκει την ευκαιρία να νομοθετεί επί θεμάτων (π.χ. εισφορές επιστημόνων, ελευθέρων επαγγελματιών, αγροτών) που έχουν απασχολήσει το ΣτΕ και όλοι αναμένουμε με ενδιαφέρον και αγωνία την κρίση Του.

Δεν υπάρχει προηγούμενο σε ευρωπαϊκή χώρα να έχουν καθυστερήσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αποφάσεις επί νομοθετήματος τέτοιας σπουδαιότητας για όλο τον πληθυσμό μιας χώρας!!

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ

         ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

12/11/2018

 

 

 

Αντισυνταγματικός ο ν. 3691/2008 (άρθρο 57)

για την αποσύνδεση του μισθού δικαστών-βουλευτών

που επικαλέστηκε ο Πρόεδρος της Βουλής!

 

 

Όφειλε να το γνωρίζει!

Ο ίδιος μάλιστα έχει ψηφίσει επιστροφή δεκάδων εκατομμυρίων

στους βουλευτές και τους κληρονόμους τους!

(ν. 4387/2016, άρθρο 23 παρ. 4 εδ.β-γ)

 

 

Με την ευκαιρία των δηλώσεων του κ.Προέδρου της Βουλής, ο Πρόεδρος της ΕΝΥΠΕΚΚ έκανε την ακόλουθη δήλωση:

 

«Όφειλε ο κ.Πρόεδρος της Βουλής να γνωρίζει ότι ο ν. 3691/2008 (άρθρο 57), που επιχείρησε την αποσύνδεση του μισθολογίου των δικαστών από τη βουλευτική «αποζημίωση», έχει κριθεί αντισυνταγματικός με τις υπ’αριθ. 478/2016 και 113/2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Την αντισυνταγματικότητα της ανωτέρω διάταξης αναγνώρισε πανηγυρικά και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Βουλής που υπερψήφισε την κατάπτυστη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 (εδ. β-γ) του ν. 4387/2016 που διέταξε την καταβολή εκατομμυρίων αναδρομικών στους βουλευτές και τους κληρονόμους τους.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ παραθέτει τις δύο αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και τη ρύθμιση του άρθρου 23 παρ. 4 εδ. β-γ του ν. 4387/2016.

Οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίνουν αποστομωτική απάντηση σε όσα δήλωσε ο κ.Πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος όφειλε –τουλάχιστον- να είχε ενημερωθεί προηγουμένως».

 

 

Αριθμός απόφασης: 478/2016 ΕΣΟλ

 

Πρόεδρος: Νικόλαος Αγγελάρας.

 

Δικαστές: Α. Θεοτοκάτου, Γ. Καλαμπαλίκη, Μ. Βλαχάκη (Αντιπρόεδροι), Γ. Βοΐλης, Γ. Μαραγκού, Μ. Αθανασοπούλου, Ε. Λυκεσά, Ε.-Ε. Κουλουμπίνη, Κ. Ζώη, Δ. Καββαδία-Κωνσταντάρα, Γ. Τζομάκα, Σ. Λεντιδάκης, Θ. Γναρδέλλη (Εισηγήτρια), Κ. Εφεντάκης, Β. Σοφιανού, Δ. Τζούμα, Ε. Παπαθεοδώρου, Β. Σκεύη, Α. Μαυρουδή, Α. Πανουτσακοπούλου, Δ. Τσακανίκας, Β. Προβίδη (Σύμβουλοι).

 

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Μιχαήλ Ζυμής.

 

 

[…] 2. Με την υπό κρίση αίτηση το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την αναίρεση της 2536/2012 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ακύρωσε την 73310/9.6.2009 πράξη (έγγραφο) της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και ανέπεμψε το συνταξιοδοτικό φάκελο του αναιρεσίβλητου, συνταξιούχου βουλευτή, για να αναπροσαρμόσει από 1.1.2008 τη σύνταξή του, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008.

 

  1. Το ν.δ. 99/1974 «περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (Α΄ 295) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφ’ εξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως» και στο άρθρο 4 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1694/1987, ότι «Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκατο έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επιπλέον πλήρες έτος βουλευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης». Συναφώς, στο άρθρο 8 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, με το οποίο δεν μεταβλήθηκε το ειδικό σύστημα υπολογισμού της βουλευτικής σύνταξης, ορίζεται επίσης ότι «Η σύνταξις των περί ων το άρθρον 1 και η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/74 λογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλομένης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσόν της ανωτέρω καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον του 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως…». Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής, που ελήφθη, σε εκτέλεση του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952, κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος (Α΄ 23), «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού». Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (ταυτόσημου περιεχομένου με εκείνο του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Από τη συνταγματική αυτή διάταξη συνάγεται ότι στους βουλευτές καταβάλλεται από το Δημόσιο αποζημίωση για την αποστέρηση, λόγω της απασχόλησής τους με την ενάσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, των ωφελημάτων από την επαγγελματική τους ενασχόληση, καθώς και για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται τα βουλευτικά τους καθήκοντα. Συνεπώς, η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική κατά κανόνα αντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ωφελείται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευτή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλειστική του απασχόληση με το λειτούργημά του (βλ. σχετ. Ολομ. Ελ. Συν. 3/2013, 183/1993). Ο καθορισμός του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και των δαπανών έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, στην αποκλειστική αρμοδιότητά της και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας αυτής, και όχι με νόμο. Η βουλευτική αποζημίωση καθορίστηκε υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1952 με την απόφαση της Βουλής της 22ας Δεκεμβρίου 1964, με την οποία το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης προσδιορίστηκε με παραπομπή στις νόμιμες αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που είναι ο Πρόεδρος των Ανωτάτων Δικαστηρίων του Κράτους, υπό την έννοια ότι η βουλευτική αποζημίωση εξισώνεται με τις αποδοχές αυτές, όπως κάθε φορά καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις. Η απόφαση αυτή της Βουλής διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, οι διατάξεις του οποίου μπορούν κατά το άρθρο 12 παρ. 2 αυτού και το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος να καταργηθούν με «νόμο». Ως νόμος δε που μπορεί να καταργήσει τις δι- ατάξεις του Ψηφίσματος αυτού νοείται αφενός μεν η απόφαση της Ολομέλειας ή ο Κανονισμός της Βουλής αναφορικά με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ποσό της αποζημίωσης και των δαπανών που καταβάλλονται στους βουλευτές, εφόσον κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος το ύψος τους καθορίζεται, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφετέρου δε ο τυπικός νόμος αναφορικά με τις λοιπές διατάξεις του Ψηφίσματος (βλ. και Συνταγματικό Δίκαιο του Αθανάσιου Ράικου, τομ. Α΄, σελ. 69 επ., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου του Ευάγγελου Βενιζέλου, σελ. 521). Ακολούθως, η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μηνιαίων αποδοχών αυτού, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως επιδομάτων και προσαυξήσεων, επιφέρει αυτοδικαίως την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορισμού της βουλευτικής σύνταξης. Επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των μηνιαίων αποδοχών του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει αμέσως το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, συνεπάγεται και την αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης, σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης, σύνταξης όσων διετέλεσαν βουλευτές (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 3/2013, 1505/2001, 183/1993 και Πρακτικά 26ης Γεν. Συν./17.9.1986).

 

  1. Στο άρθρο 57 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166) ορίζεται ότι: «1. … β. Ο βασικός μισθός του Πρωτοδίκη (άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3205/2003, όπως ισχύει) ορίζεται, από 1.1.2008, σε δύο χιλιάδες εξήντα επτά (2.067) ευρώ. 2. Οι περιπτώσεις α΄ έως και ζ΄ της παρ. A3 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.1.2008 ως εξής: «α. Ειρηνοδίκες Γ΄ και Δ΄ Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ. β. Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ. γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι εννιακόσια (900) ευρώ. δ. Πάρεδρος του ΣτΕ και αντίστοιχοι εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικρατείας και αντίστοιχοι χίλια (1.000) ευρώ. στ. Αντιπρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια πενήντα (1.050) ευρώ. ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια εκατό (1.100) ευρώ». 3.α. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. Α5 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.1.2008, ως ακολούθως: «Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων μέχρι και το βαθμό του Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ΄ Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων επτακόσια ενενήντα έξι (796) ευρώ». β. Μετά την παράγραφο Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Τα ποσά των παραγράφων 3 και 5 αναπροσαρμόζονται κατ’ έτος αυτόματα, με αφετηρία την 1.1.2009, σύμφωνα με το ποσοστό της εκάστοτε εισοδηματικής πολιτικής». 4. Η παρ. Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.1.2008, ως εξής: «Α6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμβούλου Επικρατείας ή αντίστοιχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: Πρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι τριακόσια (300) ευρώ. Αντιπρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι διακόσια (200) ευρώ. Σύμβουλος Επικρατείας και αντίστοιχοι εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Η αποζημίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς, ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυτούς». … 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της διαφοράς αποδοχών που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 προς τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμίδων. 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, ή με μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όπου στην κείμενη νομοθεσία υπάρχουν διατάξεις που παραπέμπουν για τον καθορισμό αποδοχών στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αυτές θεωρούνται ότι παραπέμπουν στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι και την ισχύ του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ 117 Α΄)». Με τις ανωτέρω διατάξεις αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η αύξηση αυτή των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών επιφέρει αυτοδικαίως, από την ίδια ημερομηνία, αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ’ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης, αφού η μεν βουλευτική αποζημίωση, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, ανέρχεται στο ύψος του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, η δε βουλευτική σύνταξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, καθορίζεται σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης κάθε φορά βουλευτικής αποζημίωσης, της αποζημίωσης δηλαδή που κατά το Σύνταγμα και το νόμο δικαιούνται κάθε φορά οι εν ενεργεία βουλευτές, προσαυξανόμενη (η σύνταξη) ανάλογα με τα έτη βουλευτείας. Η δε διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, σύμφωνα με την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού για την αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε όσους «εξομοιώνονται μισθολογικά» με αυτούς, δεν καταλαμβάνει τους βουλευτές, καθόσον αυτοί δεν μπορεί να θεωρηθούν ως «μισθολογικά εξομοιούμενοι» με δικαστικούς λειτουργούς, δεδομένου αφενός μεν ότι σ’ αυτούς καταβάλλεται αποζημίωση, και όχι μισθός, αφετέρου δε ότι η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που στηρίζεται αποκλειστικά στη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφορά στον προσδιορισμό και μόνο του ύψους αυτής. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε ο κοινός νομοθέτης να αποσυνδέσει το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης από τις αποδοχές που προ- βλέπονται κάθε φορά για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δοθέντος ότι κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος για τον καθορισμό του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης απαιτείται απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και δεν αρκεί διάταξη τυπικού νόμου. Αντίθετο επιχείρημα δεν θα μπορούσε να αντληθεί ούτε από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον η αποδοχή της δυνατότητας τροποποίησης ή κατάργησης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975 με τυπικό νόμο, και όχι με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, θα οδηγούσε σε ευθεία αντίθεση τη μεταβατική αυτή διάταξη με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 63 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 1155, 1157, 2936, 2937, 2938, 2942, 2943, 3407/2015).

 

  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στον αναιρεσίβλητο, πρώην βουλευτή, με την 4748/2005 πράξη της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κανονίστηκε από 27.12.2010 (ημερομηνία που συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του) βουλευτική σύνταξη με βάση τον από έτη 10-2-11 συνολικό χρόνο βουλευτείας του. Στη συνέχεια, αφού ελήφθη υπόψη η ../Α/15.2.2008 γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε., σύμφωνα με την οποία αυτός είναι σωματικώς ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 70%, επανακανονίστηκε η βουλευτική του σύνταξη, κατόπιν συνυπολογισμού στον ως άνω χρόνο βουλευτείας του και του από 25.8.1996 έως 21.9.1996 (ημέρες 27) χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο αυτός διετέλεσε Υφυπουργός, βάσει της από έτη 10-3-8 συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας του, ορίσθηκε δε η σύνταξή του πληρωτέα από 11.12.2007. Με την από 1.6.2009 αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (αριθμ. πρωτ. 73310/3.6.2009) ο εκκαλών, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, με τις οποίες αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, ζήτησε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του από 1.1.2008 με βάση το σύνολο των αποδοχών των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε, με την 73310/9.6.2009 πράξη (έγγραφο) της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 57 του ν. 3691/2008 δεν εφαρμόζονται σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου αυτού σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, γεγονός που συνεπάγεται σε αντιδιαστολή με το άρθρο 7 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ν. 2521/1997 για το ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών, με το οποίο προβλεπόταν ότι «οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ακέραιο από τη δημοσίευσή του», ότι τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ο υπολογισμός της μηνιαίας βουλευτικής αποζημίωσης. Έφεσή του κατά της απορριπτικής αυτής πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της και την από 1.1.2008 και εφεξής αναπροσαρμογή της σύνταξής του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός του φάκελος στην αρμόδια (43η) Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για να αναπροσαρμόσει από 1.1.2008 τη βουλευτική σύνταξή του, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008. Αυτά δεχθέν το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει με την κρινόμενη αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον αυξήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 από 1.1.2008 οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δικαιούνται και οι συνταξιούχοι βουλευτές αντίστοιχη κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής τους από την ίδια ως άνω ημερομηνία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, σε συνδυασμό με τη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Αβασίμως δε υποστηρίζεται με την ένδικη αίτηση ότι με την παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 12 παρ. 2 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, ο υπολογισμός της βουλευτικής αποζημίωσης, για τον οποίο πλέον λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 2521/1997 και του ν. 3205/2003. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και σύμφωνα με την οποία «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωση είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού», μπορούν να τροποποιηθούν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 111 παρ. 2 του Συντάγματος, μόνο με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και όχι με τυπικό νόμο. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκε ποια είναι η πράγματι καταβληθείσα αποζημίωση στους εν ενεργεία βουλευτές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον είναι νομικώς αδιάφορο αν πράγματι καταβλήθηκε στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση ανερχόμενη στο ύψος των συ- νολικών αποδοχών Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008. Κρίσιμο εν προκειμένω είναι ότι κατά το Σύνταγμα και το νόμο δεν έχει μεταβληθεί ούτε η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτή έχει θεσπιστεί, στο πλαίσιο της αυτονομίας της Βουλής, με την απόφαση της Ολομέλειάς της, που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της, ούτε ο τρόπος υπολογισμού της βουλευτικής σύνταξης, όπως αυτός έχει καθοριστεί με το ν.δ. 99/1974.

 

  1. Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 

———————————-

Αριθμός 113/2017, Ολομέλειας ΕΣ (Α` Σύνθεση)

Προεδρεύουσα: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Δέσποινα Τζούμα, Σύμβουλος

Γενικός Επίτροπος Επικράτειας: Μιχαήλ Ζυμής

 

 

  1. Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 4364/2013 απόφασης του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ακυρώθηκε η 93396/09/22.7.2009 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός φά¬κελος της αναιρεσίβλητης, χήρας συνταξιούχου βουλευτή, στην αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., προ- κειμένου να αναπροσαρμόσει την κατά μεταβίβαση βουλευτική σύνταξή της, από 1.1.2008, με βάση τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008.

 

III. Το ν.δ. 99/1974 «Περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντι¬προέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (Α` 295) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφΆ εξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως» και στο άρ¬θρο 4 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1694/1987 (Α` 35), ότι: «Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευ¬τικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκα¬το έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επιπλέον πλήρες έτος βου¬λευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης». Συναφώς, στο άρθρο 8 του Ζ` Ψηφίσματος της 17/18.2.1975 (Α` 23), με το οποίο δεν μεταβλήθηκε το ειδικό σύστημα υπολο¬γισμού της βουλευτικής σύνταξης, ορίζεται ότι: «Η σύνταξις των περί ων το άρθρον 1 και η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/74 λογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλόμενης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσόν της ανωτέρω καταβαλλόμενης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον του 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως (…)». Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής, που ελήφθη, σε εκτέλεση του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952, κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ζ` Ψηφίσματος, «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των, μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδο¬μάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού». Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (ταυτόσημου περιεχομέ¬νου με εκείνο του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματος τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζη¬μίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέ¬λειας της Βουλής. Από την τελευταία συνταγματική διάταξη προκύπτει ότι στους βουλευτές καταβάλλεται από το Δημόσιο αποζημίωση για την αποστέ- ρηση των ωφελημάτων από την επαγγελματική τους ενασχόληση, λόγω της απασχόλησής τους με την ενάσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, καθώς και για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται τα βουλευτικά τους καθήκοντα. Συ¬νεπώς, η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική, κατά κανόνα, α¬ντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυ¬σικό ή νομικό πρόσωπο που ωφελείται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευ¬τή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλει¬στική απασχόλησή του με το λειτούργημά του (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 183/1993, 3/2013). Ο καθορισμός του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και των δα¬πανών έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, στην αποκλειστική αρμοδιότητά της και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέ¬λειας αυτής, και όχι με νόμο. Υπό την ισχύ δε του Συντάγματος του 1952, η βουλευτική αποζημίωση καθορίστηκε με την απόφαση της Βουλής της 22ας Δεκεμβρίου 1964, με την οποία το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης προσ-διορίστηκε με παραπομπή στις νόμιμες αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που είναι ο Πρόεδρος των Ανώτατων Δικαστηρίων του Κράτους, υπό την έννοια ότι η βουλευτική αποζημίωση εξισώνεται με τις αποδοχές αυ¬τές, όπως κάθε φορά καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις. Η απόφαση αυ¬τή της Βουλής διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ζ` Ψηφίσματος του 1975, οι διατάξεις του οποίου μπορούν, κατά το άρθρο 12 παρ. 2 αυτού και το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, να καταργηθούν με «νόμο». Ως νόμος που μπορεί να καταργήσει τις διατάξεις του ως άνω Ψηφίσματος νοείται αφενός μεν η απόφαση της Ολομέλειας ή ο Κανονισμός της Βουλής, αναφορικά με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ποσό της αποζημίωσης και των δαπανών που κα¬ταβάλλονται στους βουλευτές, αφού, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγμα¬τος, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής το ύψος τους καθορί¬ζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφετέρου δε ο τυπικός νόμος, αναφορικά με τις λοιπές διατάξεις του Ψηφίσματος. Ακολούθως, η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικα¬στικού Λειτουργού έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μη¬νιαίων αποδοχών αυτού, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσης επιδομάτων και προσαυξήσεων, επιφέρει αυτοδικαίως την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορι¬σμού της βουλευτικής σύνταξης. Επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των μη¬νιαίων αποδοχών του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει α-μέσως το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, συνεπάγεται και την αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης, σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης, σύνταξης όσων διετέλεσαν βουλευτές (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 183/1993, 1505/ 2001, 3/2013 και Πρακτικά 26ης Γεν. Συν./17.9.1986).

 

Περαιτέρω, στο άρθρο 57 του ν. 3691/2008 (Α` 166) ορίζεται ότι: «1. α. (…) β. Ο βασικός μισθός του Πρωτόδικη (άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3205/2003, όπως ισχύει) ορίζεται, από 1.1.2008, σε δύο χιλιάδες εξήντα επτά (2.067) ευ¬ρώ. 2. Οι περιπτώσεις α` έως και ζ` της παρ. A3 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.1.2008 ως εξής: α. Ειρηνοδίκες Γ` και Δ` Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ. β. Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ. γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι εννιακόσια (900) ευρώ. δ. Πάρεδρος του ΣτΕ και αντίστοιχοι εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικράτειας και αντίστοιχοι χίλια (1.000) ευρώ. στ. Αντιπρόε¬δρος και αντίστοιχοι χίλια πενήντα (1.050) ευρώ. ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια εκατό (1.100) ευρώ. 3. α. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. Α5 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.1.2008, ως ακολού¬θως: Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων μέχρι και το βαθμό του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου εν¬νιακόσια πενήντα (950) ευρώ. Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ` Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοι¬χων επτακόσια ενενήντα έξι (796) ευρώ, β. Μετά την παράγραφο Α6 του άρ¬θρου 30 του ν. 3205/2003 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: 7. Τα ποσά των παραγράφων 3 και 5 αναπροσαρμόζονται κατΆ έτος αυτόματα, με αφετη¬ρία την 1.1.2009, σύμφωνα με το ποσοστό της εκάστοτε εισοδηματικής πολι¬τικής . 4. Η παρ. Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.2008, ως εξής: Α6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμβούλου Επικράτειας ή αντίστοίχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: Πρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι τρια-κόσια (300) ευρώ. Αντιπρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι διακόσια (200) ευρώ. Σύμβουλος Επικράτειας και αντίστοιχοι εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Η αποζη¬μίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς, ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυ¬

τούς. (…) 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι¬κών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της δια¬φοράς αποδοχών που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 προς τους δικαστικούς λει¬τουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλί¬ου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμιδών. 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς ή με μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όπου στην κείμενη νομοθεσία υπάρχουν διατάξεις που παραπέμπουν για τον καθορισμό αποδοχών στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αυτές θεωρούνται ότι παραπέμπουν στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομι¬κού Συμβουλίου του Κράτους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι και την ισχύ του ν. 3670/2008 (…)». Με τις ανωτέρω διατάξεις αυξήθηκαν, από 1.1.2008, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η αύξηση αυτή των απο¬δοχών των δικαστικών λειτουργών επιφέρει αυτοδικαίως, από την ίδια ημερο¬μηνία, αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης και, κατΆ επέκταση, της βουλευτικής σύνταξης, αφού η μεν βουλευτική αποζημίωση ανέρχεται στο ύψος του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Προέδρου Α¬νώτατου Δικαστηρίου, η δε βουλευτική σύνταξη καθορίζεται σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης κάθε φορά βουλευτικής αποζημίωσης, δηλαδή της απο¬ζημίωσης που κατά το Σύνταγμα και τον νόμο δικαιούνται κάθε φορά οι εν ε¬νεργεία βουλευτές, προσαυξανόμενη (η σύνταξη) ανάλογα με τα έτη βουλευ- τείας. Η δε διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, σύμφωνα με την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού για την αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσω¬πικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε όσους «εξομοιώνονται μι- σθολογικά» με αυτούς, δεν καταλαμβάνει τους βουλευτές, καθόσον οι τελευ¬ταίοι δεν μπορεί να θεωρηθούν ως «μισθολογικά εξομοιούμενοι» με δικαστι¬κούς λειτουργούς, δεδομένου ότι αφενός σε αυτούς καταβάλλεται αποζημίωση (όχι μισθός) και αφετέρου η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανωτάτου Δικαστικού Λειτουργού, που στηρίζεται αποκλειστικά στη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέ¬λειας της Βουλής, αφορά στον προσδιορισμό και μόνον του ύψους αυτής. Αλλωστε, δεν θα μπορούσε ο κοινός νομοθέτης να αποσυνδέσει το ύψος της βου¬λευτικής αποζημίωσης από τις αποδοχές που προβλέπονται κάθε φορά για τους Προέδρους των Ανώτατων Δικαστηρίων, δοθέντος ότι, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος, για τον καθορισμό του ύψους της βουλευτικής αποζημίω¬σης απαιτείται απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής και δεν αρκεί διάταξη τυπικού νόμου. Αντίθετο επιχείρημα δεν θα μπορούσε να αντληθεί, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον η αποδοχή της δυνατότητας τροποποίησης ή κατάργησης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ζ` Ψηφί¬σματος του 1975 με τυπικό νόμο, και όχι με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, θα είχε ως αποτέλεσμα την ευθεία αντίθεση της μεταβατικής αυτής διάταξη με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 63 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 2250, 3861/2014, 1155/2015).

 

  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρε- σίβλητη, χήρα αποβιώσαντος συνταξιούχου βουλευτή, με την 10695/1988 πράξη της 10ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δικαιώθηκε βουλευτική σύνταξη κατά μεταβίβαση, πληρωτέα από 20.4.1988. Περαιτέρω, με αίτησή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, με τις οποίες αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δι¬καστικών λειτουργών, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναπροσαρμογή της κατά μεταβίβαση σύνταξής της, από την ίδια ημερομηνία, με βάση το σύνολο των αποδοχών των Προέδρων των Ανώτατων Δικα¬στηρίων. Η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε, με την 93396/09/22.7.2009 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του ως άνω άρ¬θρου 57 του ν. 3691/2008 δεν εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου αυτού, σε όσους ε-ξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, γεγονός που συνεπάγεται, σε αντιδιαστολή με το άρθρο 7 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ν. 2521/1997 για το ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουρ¬γών, με το οποίο προβλεπόταν ότι «οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ` Ψηφίσματος της Βουλής του 1975 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ακέραιο από τη δημοσίευσή του», ότι τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ο υπο¬λογισμός της μηνιαίας βουλευτικής αποζημίωσης. Έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απορριπτικής αυτής πράξης, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της, έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη από¬φαση και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός της φάκελος στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογι¬στηρίου του Κράτους, για να αναπροσαρμόσει, από 1.1.2008, την κατά μεταβίβαση βουλευτική σύντα¬ξή της, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, ό¬πως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008. Αυτά δεχθέν το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει με την ένδικη αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 αυξήθηκαν, από 1.1.2008, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, δικαιούνται και οι συνταξιούχοι βουλευτές αντίστοιχη κατΆ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής τους, από την ίδια ως άνω ημερομηνία, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τε¬λευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, σε συνδυασμό με τη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Αβασίμως δε υποστηρίζεται με την έν¬δικη αίτηση ότι με την παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 τροποποιήθηκε επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 12 παρ. 2 του Ζ` Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, ο υπολογισμός της βουλευτικής αποζημίωσης, για τον οποίον πλέον λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 2521/1997 και του ν. 3205/2003. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του ΖΆ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που ελήφθη κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της και σύμφωνα με την οποία «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμε¬νων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού», μπορούν να τροποποιη¬θούν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 111 παρ. 2 του Συντάγματος, μόνο με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και όχι με τυπικό νόμο. Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ό έτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμι¬μης βάσης, κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκε ποια ήταν η καταβληθείσα στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον είναι νομικώς αδιάφορο εάν πράγματι κατα¬βλήθηκε στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση ανερχόμενη στο ύψος των συνολικών αποδοχών Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008. Κρί¬σιμο εν προκειμένω είναι ότι, κατά το Σύνταγμα και τον νόμο, δεν έχει μεταβληθεί ούτε η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυ¬τή έχει θεσπιστεί, στο πλαίσιο της αυτονομίας της Βουλής, με την απόφαση της Ολομέλειάς της που ελήφθη κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της, ούτε ο τρόπος υπολογισμού της βουλευτικής σύντα¬ξης, όπως αυτός έχει καθοριστεί με το ν.δ. 99/1974 (Ολ. Ελ,Συν. 1157,2942, 3407/2015).

 

  1. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 

 

——————————

 

Ιδού η διάταξη του νόμου που επιστρέφει δεκάδες εκατομμύρια

στους βουλευτές και στους κληρονόμους τους και έχει ψηφίσει

και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Βουλής!!

Άρθρο 23 παρ. 4 εδ. β-γ ν. 4387/2016

«4. α. (…)

β. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναδρομικών ποσών σύνταξης, που δικαιούνται συνταξιούχοι του Δημοσίου κατά το Ν.Δ. 99/1974 (Α΄ 295), καθώς και οι κληρονόμοι τους, λόγω της αναπροσαρμογής των συντάξεών τους με βάση τις διατάξεις του άρθρου 57 του Ν. 3691/2008 (Α΄ 166), σε εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων.

γ. Αναδρομικά ποσά συντάξεων τα οποία καταβάλλονται σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, συμψηφίζονται με τυχόν ποσά που οφείλει ο δικαιούχος στο Δημόσιο.».

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ, πάντα στο πλευρό του ελληνικού λαού θα συνεχίσει να ενημερώνει έγκυρα προστατεύοντάς τον από την παραπληροφόρηση και την εξαπάτηση από παράγοντες της Πολιτείας και φίλια προς αυτούς μέσα.

 

Η Εκτελεστική Επιτροπή ΕΝΥΠΕΚΚ

 

Περισσότερα

Πρωτοφανής πρόκληση για τον λαό μας!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

12/11/2018

 

24.000 ευρώ αναδρομικά στους βουλευτές!

Πρωτοφανής πρόκληση για τον λαό μας!

 

 

 

Με την τροπολογία για τα αναδρομικά των ενστόλων και των υπαγομένων στα ειδικά μισθολόγια οι βουλευτές ψήφισαν και επιστροφή αναδρομικών στους εαυτούς τους ύψους 24.442 ευρώ και πιο συγκεκριμένα 1.111 ευρώ επί 22 μήνες.

Το μισθολόγιο των Ελλήνων βουλευτών, όπως είναι γνωστό, είναι αυτόματα συνδεδεμένο με το μισθολόγιο των δικαστών και ειδικότερα με τον μισθό τού Προέδρου του Αρείου Πάγου που είναι ο μεγαλύτερος σήμερα καταβαλλόμενος στην Ελλάδα μισθός στον δημόσιο τομέα.

Συγκεκριμένα για τους βουλευτές ισχύει το άρθρο 63 του Συντάγματος που προβλέπει ότι: «Οι βουλευτές για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες. Το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Ολομελείας της Βουλής».

Όμως με το Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής ορίστηκε ότι η αποζημίωση των βουλευτών θα πρέπει να είναι ίση με το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Το σχετικό Ψήφισμα, που έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του κοινού νόμου, ορίζει επίσης ότι οποιαδήποτε μεταβολή στις αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου έχει άμεση επίπτωση και στους μισθούς των βουλευτών. Κατά συνέπεια οτιδήποτε χορηγείται ως ποσό αναδρομικών στους δικαστές, αυτομάτως καταβάλλεται και στους βουλευτές. Γραπτή δήλωση περί μη είσπραξης που απευθύνεται στο κόμμα, ακόμη και στο Προεδρείο της Βουλής, δεν είναι ισχυρή και απαιτείται νομοθετική διάταξη γι’αυτό.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 της προχθεσινής τροπολογίας, που ήδη αποτελεί νόμο του κράτους, καταβάλλονται αναδρομικά στους δικαστικούς λειτουργούς και τα κύρια μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ενώ με κοινή  απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος, η διαδικασία, οι προβλεπόμενες από τις κύριες διατάξεις κρατήσεις και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα σχετικά με την καταβολή του ποσού.

Η ρύθμιση αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, έχει αυτόματη εφαρμογή και σε όλους τους βουλευτές, τα αναδρομικά των οποίων ανέρχονται σε 24.442 ευρώ (1.111 ευρώ επί 22 μήνες).

Είναι απορίας άξιον πώς οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου, που με νόμους που ψήφισαν κατήργησαν το ΕΚΑΣ, εξαθλίωσαν τις χήρες και τους ανάπηρους, υποθήκευσαν τον άυλο και τον υλικό πλούτο της πατρίδας μας στο υπερΤαμείο για 99 χρόνια και προετοιμάζονται να παραδώσουν την ιστορία της χώρας στους Σκοπιανούς, ψήφισαν για τους εαυτούς τους να λάβουν  -πέραν του παχυλού μισθού των 7.000 ευρώ (μισθός και είδος)-  και αναδρομικά-«μαμούθ» ύψους 24.442 ευρώ και μάλιστα σε συνθήκες γενικευμένης κοινωνικής επιδείνωσης.

Ο λαός περιμένει με νομοθετική ρύθμιση που θα στηρίξουν όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα της Βουλής να αποκλείει τους ιδίους και τους κληρονόμους τους από τη λήψη των αναδρομικών τώρα και στο μέλλον.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Τροπολογία-«δούρειος ίππος»!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

8/11/2018

 

Επείγουσα ανακοίνωση

 

Τροπολογία-«δούρειος ίππος»!

 

Επιχειρείται η «επανα-νομιμοποίηση»

του νόμου Κατρούγκαλου (4387/2016)

και του νόμου των περικοπών (4472/2017) !

 

Η τροπολογία δεν πρέπει να ψηφιστεί!

 

 

Η τροπολογία για τα αναδρομικά των ενστόλων και των υπαγομένων στα ειδικά μισθολόγια δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών (δικαστών, πανεπιστημιακών, ιατρών ΕΣΥ) που κατέθεσε χθες η κυβέρνηση και προανήγγειλε πανηγυρικά ο κύριος πρωθυπουργός, είναι ντροπή και όνειδος για την αναιμική μας δημοκρατία και πρέπει αμέσως να αποσυρθεί!

Η τροπολογία-«δούρειος ίππος», εκτός από την επιστροφή τμήματος μόνο των αναδρομικών μετά από επιλεκτική εφαρμογή των αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων που έχουν καταδικάσει αμετακλήτως όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις, περιλαμβάνει και ρυθμίσεις που είναι απαράδεκτες και επικίνδυνες για τα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα όλων των μισθωτών και συνταξιούχων της πατρίδας μας αφού :

α.παρεμβαίνει βάναυσα στη λειτουργία της Ελληνικής Δικαιοσύνης, ακυρώνοντας αμετάκλητες αποφάσεις της για τους μισθούς, τις συντάξεις και τα τρία επιδόματα-Δώρα,

β.έρχεται προς ψήφιση λίγες μέρες πριν εκδοθούν οι αποφάσεις του ΣτΕ επί προσφυγών κατά διατάξεων του νόμου Κατρούγκαλου που συζητήθηκαν στις 4-10-2017,

γ.επαναφέρει προς επαναψήφιση(!) τον νόμο Κατρούγκαλου 4387/2016 και τον ν. 4472/2017, με τον οποίο ψηφίστηκαν δραστικές περικοπές για όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς και συνταξιούχους.

Ειδικότερα με την απαράδεκτη τροπολογία, που δεν πρέπει ΣΕ ΚΑΜΙΑ  ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ να ψηφιστεί, πέρα από τη ρύθμιση για επιστροφή των αναδρομικών σε υλοποίηση αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων Ανωτάτων Δικαστηρίων, επιχειρείται από την κυβέρνηση :

1ον)η επιστροφή τμήματος μόνον των αναδρομικών στους ενστόλους και τους υπαγομένους στα ειδικά μισθολόγια, εξαιρώντας τα τρία Δώρα-επιδόματα για τα οποία η κυβέρνηση έχει καταδικαστεί να τα δίνει εφ’όρου ζωής στους συνταξιούχους και καθ’όλο τον εργασιακό βίο στους μισθωτούς,

2ον)η ακύρωση αμετακλήτων αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων επιχειρώντας βάναυση θεσμική παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην ανεξάρτητη λειτουργία της δικαστικής,

3ον)η επαναφορά προς επαναψήφιση(!) του ν. 4387/2016, οι περισσότερες διατάξεις του οποίου έχουν προσβληθεί στα Ανώτατα Δικαστήρια και αναμένεται η δημοσίευση αποφάσεων τις επόμενες ημέρες.

4ον)η επαναφορά προς επαναψήφιση(!) του ν. 4472/2017 που προνομοθέτησε μεγάλες μισθολογικές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, το άρθρο 155 του οποίου έχουν προσβάλλει οι ένστολοι, όλοι οι μισθωτοί του δημόσιου και του  ευρύτερου δημόσιου τομέα ενώπιον των Δικαστηρίων και επίκειται η έκδοση αποφάσεων,

5ον)τέλος, η προσπάθεια ολικής «επανα-νομιμοποίησης»(!) από το Κοινοβούλιο  να αναγορευθεί ο ν. 4387/2016 σε νόμο-«πλυντήριο» για το «ξέπλυμα» όλων των προηγούμενων μνημονιακών περικοπών και την κατάργηση πολυετών δικαιωμάτων μισθωτών και συνταξιούχων.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τις πολιτικές ηγεσίες να ΜΗΝ στέρξουν να ψηφίσουν την απαράδεκτη αυτή τροπολογία και τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις να επαγρυπνούν.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Τι αποφάνθηκε το ΣτΕ για τα Δώρα!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

5/11/2018

 

 

Τι αποφάνθηκε το ΣτΕ για τα Δώρα!

 

Η κυβέρνηση παραπληροφορεί και εμπαίζει τους συνταξιούχους μας!

 

Ιδού το σχετικό απόσπασμα της απόφασης

(Ολομ. ΣτΕ 2287/2015)

 

Επειδή τον τελευταίο καιρό, αναφορικά με τη διεκδίκηση των αναδρομικών από τους συνταξιούχους, επικρατεί μεγάλη σύγχυση, που συντηρεί σκοπίμως η κυβέρνηση δια των εκπροσώπων της αλλά και φίλια προς την κυβέρνηση ΜΜΕ, η ΕΝΥΠΕΚΚ ενημερώνει ότι το Συμβούλιο Επικρατείας με την υπ’αριθ. 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειάς του (όμοιες και οι υπ’αριθ. 2288-2290/2015) αποφάσισε αμετακλήτως τα ακόλουθα:

1ον)Κήρυξε αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις των ν. 4051/2012 (άρθρο 6 παρ.2) και 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ.ΙΑ.5 περ.1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ.3) που επέβαλαν τις περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις από 1-1-2012 και την κατάργηση των τριών Δώρων-επιδομάτων (Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας) συνολικού ύψους 800 ευρώ κατ’έτος (400+200+200).

2ον)Διέταξε να λάβουν τα παρανόμως παρακρατηθέντα ποσά και μάλιστα αναδρομικά για την περίοδο από 1-1-2012 έως 10-6-2015 (ημερομηνία δημοσίευσης της ανωτέρω απόφασης) ΜΟΝΟΝ όσοι συνταξιούχοι είχαν ασκήσει «ένδικα μέσα ή βοηθήματα» μέχρι 10-6-2015.

3ον)Διέταξε να αναπροσαρμοστούν, χωρίς προηγούμενη προσφυγή στα Δικαστήρια, οι συντάξεις ΟΛΩΝ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ των συνταξιούχων στα προ της 1-1-2012 επίπεδα, χωρίς δηλαδή να υπολογίζονται εφεξής οι ανωτέρω περικοπές που κρίθηκαν αμετάκλητα αντισυνταγματικές και

4ον)Διέταξε να λαμβάνουν κανονικά τα τρία Δώρα-επιδόματα συνολικού ύψους 800 ευρώ ανά έτος ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ οι συνταξιούχοι από 11-6-2015 (επομένη ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης) χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη.

5ον)Απεξάρτησε την εφ’όρου ζωής καταβολή των τριών Δώρων-επιδομάτων στους συνταξιούχους (και μετά τον θάνατό τους στους κληρονόμους τους) από το ύψος των συνταξιοδοτικών δαπανών και από τις τυχόν μεταρρυθμίσεις του Ασφαλιστικού Συστήματος μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης (10-6-2015).

Οι πρόσφατες υπ’αριθ. 1-4/2018 αποφάσεις του ΑΕΔ πανηγυρικά επιβεβαιώνουν όλα τα ανωτέρω αφού αποσύνδεσαν το ισόβιο δικαίωμα των συνταξιούχων για είσπραξη των Δώρων-επιδομάτων από τον ασφαλιστικό νόμο 4387/2016 («νόμος Κατρούγκαλου») και κυρίως από τα κεφάλαια που προβλέπουν τη νέα αρχιτεκτονική των συντάξεων (άρθρα 7 και 8) καθώς και τον επανυπολογισμό τους (άρθρο 14).

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ δημοσιεύει σήμερα το σχετικό απόσπασμα της κεφαλαιώδους σημασίας δικαστικής απόφασης του ΣτΕ με αριθ. 2287/2015, στέλνοντας το μήνυμα ότι θα αγωνίζεται με συνέπεια και σθένος, όπως έπραξε μέχρι σήμερα, για την έγκυρη ενημέρωση των συνταξιούχων μας και την υπεράσπιση των συμφερόντων τους καθώς και ολόκληρου του ελληνικού λαού.

 

Ιδού το επίμαχο απόσπασμα

της υπ’αριθ. 2287/2015 απόφασης

για τις περικοπές των συντάξεων και τα Δώρα

 

«(…) Στην προκειμένη περίπτωση, η, κατά τα ανωτέρω, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012 θα συνεπήγετο υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών που περιεκόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, όχι μόνον στην ενάγουσα, αλλά και σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορά η παρούσα πρότυπη δίκη. Εν όψει των δεδομένων τούτων, το Δικαστήριο, μετά στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ορίζει ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επιμάχων διατάξεων θα επέλθουν μετά την δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Οίκοθεν νοείται ότι για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως. Η κρατήσασα δε αυτή άποψη δεν συγκρούεται ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί της αξιώσεως δικαστικής προστασίας, αλλ’ ούτε και με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι αφ’ ενός μεν η αναδρομικότητα των συνεπειών των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αυτονόητη και αποκλειστική κάθε άλλης ρυθμίσεως, αφ’ ετέρου δε με τον ως άνω τιθέμενο περιορισμό, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των διοικουμένων, εφόσον αυτοί δεν αποστερούνται των δικαιωμάτων τους, τα οποία απλώς περιορίζονται, για τους προαναφερόμενους λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 4741/2014 Ολομ.).».

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

Περισσότερα

ΕΝΥΠΕΚΚ: Να καταθέσουν αίτηση ΚΑΙ οι νέοι συνταξιούχοι

5/11/2018

 

ΕΝΥΠΕΚΚ: Να καταθέσουν αίτηση ΚΑΙ οι νέοι συνταξιούχοι

(οι μετά τις 13-5-2016)

 

Δείτε το υπόδειγμα αίτησης

 

Μετά τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις από τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας που δικαιώνουν τους παλιούς συνταξιούχους και κηρύσσουν αντισυνταγματικές τις διατάξεις των νόμων που επέβαλαν τις περικοπές των κύριων και επικουρικών συντάξεων και κατήργησαν τα Δώρα Χριστουγέννων-Πάσχα και του επιδόματος αδείας,

η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί όλους τους νέους συνταξιούχους που συνταξιοδοτήθηκαν μετά την ισχύ του ν. 4387/2016 (13-5-2016) να καταθέσουν μέχρι τα τέλη του τρέχοντος έτους αίτηση προς τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ (βλ. το παρακάτω υπόδειγμα) προκειμένου να διακόψουν την παραγραφή και να διασφαλίσουν τις αξιώσεις τους, ενόψει και της έκδοσης αποφάσεων από το ΣτΕ επί προσφυγών που ασκήθηκαν για συγκεκριμένες διατάξεις του «νόμου Κατρούγκαλου» (ν. 4387/2016).

Σχέδιο αίτησης

ΑΙΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΕΦΚΑ 051118

Η Ομάδα Εργασίας της ΕΝΥΠΕΚΚ

Περισσότερα

Επτά νέες αποφάσεις δικαιώνουν συνταξιούχους-εν ενεργεία εργαζομένους !

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

2/11/2018

Δώστε τα Δώρα αναδρομικά και έντοκα !

Επτά νέες αποφάσεις δικαιώνουν

συνταξιούχους-εν ενεργεία εργαζομένους !

Απαράδεκτο κείμενο της ηγεσίας του Υπουργείου Εργασίας

προς τη Διοίκηση του ΕΦΚΑ

για “εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων” !

Με υψηλά πρόστιμα απειλείται ο ΕΦΚΑ

για άσκηση προφανώς αβάσιμων ενδίκων μέσων”

σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ 4159/2011!

 

 

Με καταιγιστικό ρυθμό όλα τα Ειρηνοδικεία και Πρωτοδικεία της χώρας δικαιώνουν όσους συνταξιούχους και εν ενεργεία εργαζομένους προσφεύγουν και ζητούν την αναδρομική καταβολή των τριών Δώρων-επιδομάτων (Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματος αδείας) καθώς και την εφεξής και κατ’έτος καταβολή τους.

Όλα τα κατώτερα Δικαστήρια της χώρας μας συμμορφώνονται, όπως οφείλουν άλλωστε, κατά το Σύνταγμα, με τις αμετάκλητες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (υπ’αριθ. 2287-2290/2015), με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (υπ’αριθ. 1-4/2018) και με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (υπ’αριθ. 1227/2018) και διατάσσουν την κυβέρνηση και τις Διοικήσεις ΕΦΚΑ και ΕΤΕΑΕΠ σε άμεση καταβολή -και μάλιστα με τόκο (6%)- σε όλους τους συνταξιούχους και εν ενεργεία υπαλλήλους των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας.

Η κυβέρνηση, αντί να ζητά με απαράδεκτο έγγραφό της προς τη Διοίκηση του ΕΦΚΑ στις 25/10/2018 την εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων κατά των θετικών αποφάσεων για τους συνταξιούχους και τους εν ενεργεία υπαλλήλους, δεν έχει άλλη επιλογή εκτός από το να παραιτηθεί από το δικαίωμα της έφεσης κατά των πρωτόδικων αποφάσεων και να προβεί στην ολοσχερή ή κατά τμήματα καταβολή των αναδρομικών και την εφεξής κατ’έτος καταβολή τους.

Μπορεί άλλωστε να συμψηφίσει τις απαιτήσεις που έχουν οι συνταξιούχοι (μετά την κήρυξη ως αντισυνταγματικών των διατάξεων των μνημονιακών νόμων που έκριναν παράνομες τις περικοπές των συντάξεών τους και την κατάργηση των Δώρων τους) με απαιτήσεις που έχει το κράτος από αυτούς και τις οικογένειές τους. Αυτό επιβάλλει η υποχρέωση για συμμόρφωση προς αμετάκλητες και μη ανατρέψιμες δικαστικές αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Η κυβέρνηση και οι Διοικήσεις των ΕΦΚΑ και ΕΤΕΑΕΠ πρέπει να γνωρίζουν ότι σύμφωνα με την υπ’αριθ. 4159/2011 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας (τμήμα Α), απειλείται με υψηλά πρόστιμα όταν, παρά την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ για το ίδιο θέμα, δίνει εντολή για άσκηση “προφανώς αβασίμων ενδίκων μέσων”.

Με την ίδια απόφαση έχει τιμωρηθεί με πρόστιμο και η πρώην Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ γιατί, παρά την ύπαρξη σχετικής νομολογίας, επέμενε στην άσκηση αβασίμων ενδίκων μέσων, όπως κάνει και η σημερινή κυβέρνηση.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ δίνει στη δημοσιότητα σήμερα επτά νέες αποφάσεις που δικαίωσαν εν ενεργεία εργαζομένους των Δήμων Ναυπλίου και Άργους καθώς και συνταξιούχο του Δημοσίου από την Αθήνα και ακολούθησαν της έκδοσης της υπ’αριθ. 3037/2018 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/κης που δικαίωνε έναν ακόμη συνταξιούχο.

Δίνουμε επίσης την υπ’αριθ. 4159/2011 την ΣτΕ (τμήμα Α) που επιβάλλει πρόστιμο στη Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για άσκοπη υποβολή “προφανώς αβάσιμου ενδίκου μέσου”.

Ιδού οι αποφάσεις !

14318 tou 2018 ΔΠΑ

ΣτΕ 4159_2011

5 apof Eirinod Nafplio

argos 1 argos 2

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα