ΑΓΡΙΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΑ ΜΕ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

21/9/2017

ΑΓΡΙΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΑ ΜΕ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

 

 

Στις 19.9.2017 υπεγράφη από τον αρμόδιο Υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.Πετρόπουλο η πολυαναμενόμενη εγκύκλιος εφαρμογής του άρθρου 19 του ν. 4387/2016 που αφορά στην διαδοχική ασφάλιση, τις περιπτώσεις δηλαδή κατά τις οποίες οι υποψήφιοι συνταξιούχοι έχουν διατελέσει την ασφάλιση δυο ή περισσοτέρων Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, κυρίως προ της εφαρμογής του περιβόητου νόμου Κατρούγκαλου (ν.4387/2016).

Η εγκύκλιος είναι εξαιρετικά σημαντική και δίνει τη δυνατότητα να εκδοθούν χιλιάδες συντάξεις που εκκρεμούν από την δημοσίευση του Νόμου 4387/2016, δηλ. από 13.5.2016.

Η εγκύκλιος θέτει νέους κανόνες θεμελίωσης με ορισμένα παράθυρα για χαμηλότερα όρια ηλικίας κυρίως για όσους είχαν ΙΚΑ και συνέχισαν την ασφάλιση στον ΟΑΕΕ (μητέρες ανηλίκων), θεσπίζει την έκδοση διπλού εφάπαξ αν υπάρχουν εισφορές σε δύο ή περισσότερα Ταμεία Πρόνοιας και καθιερώνει ευνοϊκότερη την έκδοση επικουρικής σύνταξης από τη στιγμή που θα βγει η κύρια σύνταξη, με ευνοϊκότερα όρια συνταξιοδότησης.

Επίσης, προβλέπει τη χρήση του χρόνου παράλληλης ασφάλισης κατά την επιλογή του ασφαλισμένου, ώστε να κρατήσει το χρόνο και τις εισφορές που τον συμφέρουν, ενώ καταργεί το δικαίωμα αποποίησης του χρόνου διαδοχικής ασφάλισης που υπήρχε στην «παλιά διαδοχική» του ν. 3232/2004 και διευκόλυνε τους ασφαλισμένους στο να θεμελιώσουν νωρίτερα το δικαίωμα συνταξιοδότησης, αν το τελευταίο τους Ταμείο ήταν ΙΚΑ, Δημόσιο ή και ΔΕΚΟ.

Υπάρχει όμως μια σημαντική παράμετρος που αναμένεται να οδηγήσει σε μεγάλο τσεκούρι στις νέες συντάξεις που θα εκδίδονται τα επόμενα έτη:

Η λογική της νέας εγκυκλίου είναι ότι ο χρόνος αντιμετωπίζεται ενιαία και συνεπώς ο υπολογισμός γίνεται όχι με τμηματική συμμετοχή εκάστου φορέα με βάση τις συντάξιμες αποδοχές και το χρόνο ασφάλισης αλλά με βάση τις αποδοχές ή τα εισοδήματα από το έτος 2002 μέχρι και την ημερομηνία συνταξιοδότησης για το σύνολο του χρόνου.

Η μεγάλη παγίδα κρύβεται αφενός στο γεγονός ότι, προϊόντος του χρόνου, ο μέσος όρος των αποδοχών-εισοδημάτων θα μειώνεται λόγω της καταβαράθρωσης των μισθών-εισοδημάτων (κυρίως από το 2008 και εφεξής) και αφετέρου στο ότι το “μεγάλο τσεκούρι” θα έρχεται λόγω των μειωμένων ποσοστών αναπλήρωσης που προβλέπει ο νόμος 4387/2016.

Ας σημειωθεί επίσης ότι η ενιαία αντιμετώπιση του χρόνου θα στερήσει από αρκετούς ασφαλισμένους τις υψηλές αποδοχές που υπήρχαν πριν από το 2002, περίοδο κατά την οποία οι μισθοί βρίσκονταν σε σαφώς καλύτερο επίπεδο με βάση και την αναπροσαρμογή τους από τους δείκτες αναπροσαρμογής που προβλεπόταν (π.χ. στο ΙΚΑ). Εξάλλου αρκετοί εργαζόμενοι ήταν ωφελημένοι όταν οι αποδοχές ήταν υψηλές μέσω της συνεισφοράς της τμηματικής συμμετοχής του αντίστοιχου Φ.Κ.Α..

Ο μέσος μισθός στην περίοδο της κρίσης μειώθηκε περίπου κατά 180 ευρώ, ενώ, αν το νούμερο αυτό δεν μοιάζει τρομακτικό, ας αναλογιστεί κανείς τι συντάξεις θα πάρει το 54% των νεοελλήνων που συνάπτει συμβάσεις ελαστικής απασχόλησης με αποδοχές της τάξης των 300 ευρώ, ακόμα και αν εργαστεί για 40 έτη, είτε έχει ένα, είτε περισσότερα Ταμεία.

Είναι λοιπόν μαθηματικά βέβαιο ότι με την εφαρμογή των Μνημονίων ή κάθε άλλου καθεστώτος επιτροπείας, οδηγούμαστε σε συντάξεις πείνας ως το 2060!

Μόνη λύση είναι η αποκατάσταση των μισθών και των συντάξεων με ένα γενναίο πακέτο επαναρτίωσης των αποθεματικών των Ταμείων στην βάση ενός Κοινωνικού Προγράμματος που θα οδηγεί σε αξιοπρεπείς μισθούς και άρα, σε αξιοπρεπείς συντάξεις

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί την κυβέρνηση να επαναδιαπραγματευθεί τους όρους του Μνημονίου και να θέσει τις βάσεις της επανίδρυσης του Κοινωνικού Κράτους με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, σεβόμενη τον εργαζόμενο λαό και αφουγκρασμένη ότι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι έχουν εξαθλιωθεί. Η αλλαγή των πολιτικών τής λιτότητας είναι επιβεβλημένη!

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Σφαγή για τους απασχολούμενους συνταξιούχους!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

19/9/2017

 

 

Σφαγή για τους απασχολούμενους συνταξιούχους!

 

Εκδόθηκε η 33/2017 Εγκύκλιος του ΕΦΚΑ

 

Ορίζει:

α)Περικοπή κατά 60% κύριας και επικουρικής σύνταξης (ακαθάριστο ποσό) και μάλιστα αναδρομικά (από 13-5-2016),

β)Καταβολή ολόκληρων των εισφορών για όσο διάστημα ο συνταξιούχος αναλαμβάνει εργασία ή ασκεί δραστηριότητα,

γ)οι μόνοι που διασώζουν τμήμα της σύνταξής τους (30%) είναι οι συνταξιοδοτούμενοι βουλευτές.

 

Εκδόθηκε σήμερα το μεσημέρι η πολυαναμενόμενη εγκύκλιος του ΕΦΚΑ με αριθ. 33/19-9-2017 που εξειδικεύει το άρθρο 20 του νόμου Κατρούγκαλου (ν. 4387/2016) και αναφέρεται στην περικοπή κύριας και επικουρικής σύνταξης κατά 60% (ακαθάριστο ποσό) για κάθε συνταξιούχο που ανέλαβε εργασία ή ασκεί δραστηριότητα από 13-5-2016 (έναρξη ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου).

Ειδικότερα η Εγκύκλιος, ερμηνεύοντας το άρθρο 20 του ασφαλιστικού νόμου 4387/2016, αποσαφηνίζει ότι :

α)όσοι συνταξιούχοι ανέλαβαν εργασία ή ασκούν δραστηριότητα από 13-5-2016 και μετά, λαμβάνουν το 40% μόνο της σύνταξης ή των συντάξεών τους. Έχουν δηλαδή περικοπή ύψους 60% και μάλιστα αναδρομικά και

β)καθ’όλο το διάστημα της εργασίας τους ή της άσκησης δραστηριότητας πρέπει να καταβάλουν πλήρεις ασφαλιστικές εισφορές.

 

Ιδού η εγκύκλιος!

 

 

ΘΕΜΑ : «Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν. 4387/2016 περί απασχόλησης συνταξιούχων λόγω γήρατος.»

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α’85) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος-Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις», με τις οποίες ρυθμίζεται το ζήτημα της απασχόλησης των συνταξιούχων λόγω γήρατος.

Αναμένοντας αναλυτική ερμηνεία των επιμέρους διατάξεων του εν λόγω άρθρου από το ΥΠΕΚΑΑ, προς το παρόν, προκειμένου να διεκπεραιωθούν οι αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν κατατεθεί από 13.5.2016 και μετά από ασφαλισμένους οι οποίοι δηλώνουν ότι συνεχίζουν εργαζόμενοι, είτε κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησής τους είτε μεταγενέστερα, διευκρινίζουμε τα ακόλουθα:

Α. ΚΑΛΥΠΤΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ-ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ

  1. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο καταλαμβάνει: τους συνταξιούχους εξ ιδίου δικαιώματος (λόγω γήρατος) -όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.4387/2016 «Εννοιολογικοί προσδιορισμοί»-

α) του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που περιγράφονται στην παρ. 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, δηλαδή αυτούς οι οποίοι:

  • υπάγονται στις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α” 120) και 1977/1991 (Α” 185),
  • δικαιούνται πολεμική σύνταξη ή σύνταξη αναπήρου οπλίτη ειρηνικής περιόδου ή σύνταξη Εθνικής Αντίστασης Ο.Γ.Α. ή ανασφάλιστου Αγωνιστή Εθνικής Αντίστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 168/2007 (Α” 209), του Π.δ. 169/2007 (Α” 210) και των άρθρων 22 και 27 του Ν. 1813/1988 (Α’243),
  • τους λογοτέχνες – καλλιτέχνες που δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3075/2002 (Α” 297),
  • λαμβάνουν προσωπική σύνταξη,
  • δικαιούνται σύνταξη λόγω ανικανότητας ή λόγω θανάτου που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας και ένεκα ταύτης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 169/2007 σε συνδυασμό και με αυτές του Π.δ. 168/2007

β) όλων των φορέων, ταμείων, κλάδων ή λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., βάσει του άρθρου 53 του Ν.4387/2016,

οι οποίοι είτε αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα είτε αναλαμβάνουν εργασία στον ιδιωτικό τομέα ή σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. (σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις που ίσχυαν μέχρι 31/12/2016 στους εντασσόμενους στον ΕΦΚΑ φορείς ασφάλισης ή το Δημόσιο)-χωρίς να εξετάζεται εάν προκύπτει εισόδημα-

  1. i. είτε καθίστανται συνταξιούχοι από την 13/5/2016 και μετά, ημερομηνία έναρξης ισχύος της διάταξης, ανεξάρτητα από την ημερομηνία ανάληψης της εργασίας/δραστηριότητας (σχετική η αριθμ. 531/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους)
  2. ii. είτε είχαν ήδη ημερομηνία έναρξης συνταξιοδότησης μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία και ανέλαβαν εργασία/ δραστηριότητα από την ανωτέρω ημερομηνία και μετά.

Σύμφωνα δε με την παρ. 3, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις το νέο καθεστώς απασχόλησης συνταξιούχων αφορά και τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010, δηλαδή:

  • τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α.,
  • τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ.,
  • τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών,
  • τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β” του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους).
  1. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 20 δεν εφαρμόζονται στους συνταξιούχους:

α) με ημερομηνία έναρξης συνταξιοδότησης και ανάληψης εργασίας ή αυτοαπασχόλησης πριν από τις 13.5.2016, για τους οποίους εξακολουθεί να εφαρμόζεται το προγενέστερο του ν.4387/2016 νομοθετικό πλαίσιο για την απασχόληση συνταξιούχων, όπως ισχύει κατά περίπτωση συνταξιούχου, με βάση τον φορέα συνταξιοδότησης και την παρασχεθείσα εργασία στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή τον ιδιωτικό τομέα ή την αυτοαπασχόληση πριν και μετά τη συνταξιοδότηση (άρθρο 63 ν.2676/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν.3863/2010, άρθρο 10 του ν.3865/2010, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 5γ του άρθρου 4 του ν.4151/2013, άρθρο 8 παρ. 14 του ν.2592/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο, παράγραφος Β, υποπαράγραφος Β, περίπτωση 1β του ν.4093/2012 και επεκτάθηκε στους φορείς κύριας ασφάλισης με το άρθρο 4 παρ. 2α του ν.4151/2013), οι καταστατικές διατάξεις των φορέων κύριας ασφάλισης αυτοαπασχολουμένων που προβλέπουν αναστολή σύνταξης σε περίπτωση που οι συνταξιούχοι αναλαμβάνουν εκ νέου εργασία ή αυτοαπασχόληση υπαγόμενοι στην ασφάλιση των εν λόγω φορέων, καθώς και οι καταστατικές διατάξεις των φορέων επικουρικής ασφάλισης που προβλέπουν αναστολή της επικουρικής σύνταξης κατ” εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 42 του ν.3996/2011).

β) οι οποίοι αναλαμβάνουν εργασία/δραστηριότητα για την οποία δεν προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ, ακόμα και αν προκύπτει εισόδημα,

γ) λόγω ανικανότητας (αναπηρίας),

δ) λόγω θανάτου

Β. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

  1. Καταβολή μειωμένης σύνταξης (κύριας και επικουρικής)

Όταν οι συνταξιούχοι στους οποίους εφαρμόζονται οι κοινοποιούμενες διατάξεις

αναλαμβάνουν εργασία ή δραστηριότητα ή αποκτούν ιδιότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., για όσο χρόνο απασχολούνται ή διατηρούν την ιδιότητα ή τη δραστηριότητα εξακολουθούν μεν να λαμβάνουν την κύρια και την επικουρική σύνταξή τους, αλλά το ακαθάριστο ποσό αυτών θα καταβάλλεται μειωμένο κατά 60%. Κατά το διάστημα αυτό για τον απασχολούμενο συνταξιούχο καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τις ειδικές προβλέψεις των οικείων διατάξεων του Ν. 4387/2016.

  1. Αναστολή καταβολής σύνταξης

Ειδικά στην περίπτωση που οι ανωτέρω συνταξιούχοι αναλάβουν εργασία ή δραστηριότητα σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης αναστέλλεται η καταβολή τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής σύνταξής τους για όσο χρόνο διαρκεί η παροχή της εργασίας τους ή των υπηρεσιών τους ή η δραστηριότητά τους.

Στο σημείο αυτό θέτουμε υπόψη σας ότι η Ελληνική Στατιστική Αρχή τηρεί Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης το οποίο περιλαμβάνει τους φορείς εκείνους οι οποίοι με βάση τα κριτήρια του νέου Κανονισμού της Ε.Ε. 549/2013 (Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 2010 – European System of Accounts (ESA 2010)) χαρακτηρίζονται ως φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

Το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης είναι αναρτημένο στην κεντρική ιστοσελίδα της ΕΛΣΤΑΤ http://www.statistics.ar/el/statistics/-/publication/SELO8/-· και ενημερώνεται κατά περιόδους. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ενημερώνεστε σε τακτά διαστήματα σχετικά με τη διατήρηση του χαρακτηρισμού των φορέων που είχαν περιληφθεί στο Μητρώο καθώς και για την ένταξη άλλων, ώστε, να εφαρμοστούν αντιστοίχως οι διατάξεις των παρ. 1 ή 2.

Όσον αφορά τα υπόλοιπα θέματα που δεν αναλύονται στην προκείμενη εγκύκλιο και ρυθμίζονται από τις επιμέρους διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου, θα σας κοινοποιηθεί η αναμενόμενη εγκύκλιος του ΥΠΕΚΑΑ.

Συν.: ΦΕΚ 85Α/2016 (σελ. 2187, 2197, 2198)

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΦΚΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΠΑΚΑΛΕΞΗΣ

 

 

Ιδού το άρθρο 20 του νόμου Κατρούγκαλου!

 

Απασχόληση συνταξιούχων

1.Στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου, καθώς και όλων των φορέων, ταμείων, κλάδων ή λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι αναλαμβάνουν εργασία ή αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., οι ακαθάριστες συντάξεις κύριες και επικουρικές καταβάλλονται μειωμένες σε ποσοστό 60% για όσο χρόνο απασχολούνται ή διατηρούν την ιδιότητα ή την δραστηριότητα. Για το διάστημα αυτό καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές για τον απασχολούμενο συνταξιούχο, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις του παρόντος νόμου.

  1. Ειδικά, στην περίπτωση που οι συνταξιούχοι της παραγράφου 1 αναλαμβάνουν εργασία ή αποκτούν δραστηριότητα σε φορείς της γενικής Κυβέρνησης, η καταβολή της σύνταξής ή των συντάξεών τους, κύριων και επικουρικών αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η παροχή της εργασίας τους ή των υπηρεσιών τους ή η δραστηριότητά τους. Για την προσαύξηση της επικουρικής σύνταξης και του ανταποδοτικού μέρους της κύριας σύνταξης των ανωτέρω συνταξιούχων εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 30.
  2. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010.
  3. Ο συνταξιούχος που αναλαμβάνει εργασία ή αυταπασχολείται μπορεί να αξιοποιήσει το χρόνο της ασφάλισής του κατά το χρονικό διάστημα της κατά τα ανωτέρω απασχόλησής του ή της περικοπής ή αναστολής καταβολής της σύνταξής του για την προσαύξηση της επικουρικής και του ανταποδοτικού μέρους της κύριας σύνταξης κατά 60% του ποσού που υπολογίζεται με αναλογική εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 30.
  4. Οι συνταξιούχοι της παραγράφου 1 του παρόντος υποχρεούνται πριν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν να δηλώσουν τούτο στον φορέα κύριας ασφάλισης του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και στο ΕΤΕΑ ή στον φορέα επικουρικής ασφάλισης από τον οποίο συνταξιοδοτούνται. Παράλειψη της δήλωσης συνεπάγεται καταλογισμό σε βάρος του συνταξιούχου του ποσού που έπρεπε να του παρακρατηθεί, συμφώνως με το παρόν άρθρο, κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του ή της αυτοαπασχόλησής του, που επιβαρύνεται με ετήσιο επιτόκιο 4,56%, ο δε Ε.Φ.Κ.Α. δικαιούται να συμψηφίζει το ποσό με μελλοντικές συντάξεις και μέχρι του ύψους του 1/4 της συντάξεως.
  5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή για όσους θα αναλάβουν εργασία ή θα αυτοαπασχοληθούν, γενικά, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και εντεύθεν, καθώς και για τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 4. Ειδικά, για τα πρόσωπα που ανέλαβαν εργασία ή αυτοαπασχόληση πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου διατηρούνται σε ισχύ και εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 2676/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3863/2010, και ισχύει μέχρι την ημερομηνία έναρξης του παρόντος.
  6. Οι ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, που αφορούν την απασχόληση των συνταξιούχων, γενικά, δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου. ».

Η ΕΝΥΠΕΚΚ συστήνει στους απασχολούμενους συνταξιούχους, αλλά και σ’αυτούς που προτίθενται να κάνουν έναρξη εργασίας ή δραστηριότητας, να συμβουλεύονται τις ειδικές διευκρινιστικές ρυθμίσεις της ανωτέρω εγκυκλίου που εξειδικεύουν ένα από τα πιο σκληρά και βάρβαρα άρθρα του νόμου Κατρούγκαλου.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

Περισσότερα

Χάθηκαν 61.343 θέσεις εργασίας μέσα σε έναν μήνα !

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

18/9/2017

Ανησυχητικά τα στοιχεία της «ΕΡΓΑΝΗΣ»

για τον Αύγουστο 2017 !

Χάθηκαν 61.343 θέσεις εργασίας μέσα σε έναν μήνα !

Στο 55% οι νέες θέσεις μερικής απασχόλησης !

Ιδού τα στοιχεία του Αυγούστου 2017!

Ούτε ελπιδοφόρα ούτε προς …πανηγυρισμό είναι τα στοιχεία που ανακοίνωσε το πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ» για τους πρώτους οκτώ (8) μήνες του 2017, αφού:

1ον)Οι θέσεις πλήρους απασχόλησης μειώθηκαν τον Αύγουστο κατά 61.343 !

Όπως προκύπτει από τον Πίνακα IV (σελ. 8) των στοιχείων που δημοσίευσε η «ΕΡΓΑΝΗ», για το από 1-1-2017 έως και 31-8-2017 χρονικό διάστημα, οι προσλήψεις τον μήνα Ιούλιο 2017 ανέρχονταν σε 225.856, ενώ τον Αύγουστο σε 164.513 !

Μέσα σε έναν μήνα δηλαδή χάθηκαν 61.343 θέσεις εργασίας, απώλεια-ρεκόρ για τα ευρωπαϊκά (και όχι μόνο) δεδομένα, πολύ περισσότερο που αφορά τον πιο δραστήριο οικονομικά μήνα της τουριστικής μας χώρας!!

Αλλά και από τις θέσεις της πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τα πρώτα ευρήματα μελέτης που επεξεργάζεται η ΕΝΥΠΕΚΚ, οι απολαβές ΟΣΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ανέρχεται στα 200-300 ευρώ μηνιαίως!! Γι’αυτό και το υπουργείο Εργασίας και μερίδα των ΜΜΕ δεν αποκαλύπτουν στοιχεία για τους εργοδότες που δεν πληρώνουν ή στοιχεία για το ύψος των μισθών των νέων προσλήψεων με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Παραθέτουμε από τη σελ. 8 της Έκθεσης «ΕΡΓΑΝΗ» τον σχετικό πίνακα IV.

ΜΗΝΑΣ

ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΑΝΑ ΕΙΔΟΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΑΠΟ 1-1-2017 ΕΩΣ 31-8-2017

ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

ΕΚ ΠΕΡΙ-ΤΡΟΠΗΣ ΑΠΑΣΧΟ-ΛΗΣΗ

ΣΥΝΟΛΟ ΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΚ ΠΕΡΙΤΡΟ-ΠΗΣ ΑΠΑ-ΣΧΟΛΗΣΗΣ

ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΣΛΗ-ΨΕΩΝ

ΙΑΝ. 2017

58.813

49.283

18.405

67.688

126.501

ΦΕΒΡ. 2017

59.775

55.309

23.158

78.467

138.242

ΜΑΡΤ. 2017

83.935

63.897

22.978

86.875

170.810

ΑΠΡ. 2017

123.101

74.265

26.815

101.080

224.181

ΜΑΪΟΣ 2017

134.264

98.350

31.973

130.323

264.587

ΙΟΥΝΙΟΣ 2017

118.189

114.820

40.366

155.186

273.375

ΙΟΥΛΙΟΣ 2017

103.301

89.712

32.843

122.555

225.856

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017

74.264

65.955

23.672

89.627

164.513

ΣΥΝΟΛΟ α” ΟΚΤΑΜΗΝΟΥ 2017

756.264

611.591

220.210

831.801

1.588.065

2ον)Το 55% των νέων θέσεων εργασίας είναι μερικής απασχόλησης!

Όπως προκύπτει από το Διάγραμμα IX (σελ. 10) των στοιχείων που δημοσίευσε η «ΕΡΓΑΝΗ», η πλήρης απασχόληση τον μήνα Αύγουστο 2017 ανήλθε στο 45% ενώ η μερικής και εκ περιτροπής στο ύψος του 55%!

Παραθέτουμε το Διάγραμμα ΙΧ.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017

Σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία, τα ευρήματα που προκύπτουν από το πρώτο οκτάμηνο 2017 είναι άκρως ανησυχητικά και ειδικότερα:

1ον)η μονιμοποίηση της υψηλής μερικής απασχόλησης για τόσο μεγάλο διάστημα,

2ον)η έκρηξη της μερικής και της εκ περιτροπής απασχόλησης και και για τον αναμενόμενο ως κερδοφόρο για τη χώρα μήνα Αύγουστο 2017 με ταυτόχρονη καθήλωση των μισθών στα 200-300 ευρώ!

3ον)η σημαντική μείωση των θέσεων εργασίας (61.343) μέσα σε έναν μόλις μήνα!!

Τα ανωτέρω στοιχεία του υπουργείου Εργασίας προκαλούν βαθειά ανησυχία και πρέπει να προβληματίσουν την κυβέρνηση! Το μέλλον της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα είναι δυσοίωνο, ενώ πληθαίνουν καθημερινά οι εργοδότες που δεν πληρώνουν τους εργαζόμενους με αποτέλεσμα να επηρεάζεται άμεσα το ύψος των καταβαλλομένων συντάξεων, αφού το Εργασιακό είναι συνάρτηση του Ασφαλιστικού.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ, πάντα με αντικειμενικότητα και αξιοπιστία, θα αναλύει τα στοιχεία για την εργασία στη σημερινή Ελλάδα συνάγοντας τα πραγματικά συμπεράσματα και αναδεικνύοντας τα αποτελέσματα της καταστροφικής μνημονιακής ετερονομίας!

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Η Εκτελεστική Επιτροπή

Περισσότερα

Oι 21 βασικότερες αλλαγές του ν. 4488/2017 στον νόμο Κατρούγκαλου !

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

  ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.                                                                                   

 17/9/2017

 

 

Δημοσιεύτηκε ο ν. 4488/2017!

 

Ιδού οι 21 αλλαγές στον νόμο Κατρούγκαλου 4387/2016!

 

Διαβάστε την επιστημονική ανάλυση της ΕΝΥΠΕΚΚ

 

 

Με τον πρόσφατο νόμο 4488/2017 (ΦΕΚ Α 137/13-9-2017) αντικαθίστανται και συμπληρώνονται συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές διατάξεις του ν. 4387/2016 και του π.δ. 169/2007 (ΦΕΚ Α 210/31-8-2007). Ειδικότερα:

Με το Κεφάλαιο Α΄ του Μέρους Α’ (άρθρα 1-5) του ν. 4488/2017, συμπληρώνονται και τροποποιούνται διατάξεις που αναφέρονται στους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς. Μεταξύ άλλων, διευκρινίζεται ότι:

1ον)Εθνική σύνταξη με λιγότερα από δεκαπέντε (15) έτη

Η προϋπόθεση συμπλήρωσης δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης για την καταβολή της εθνικής σύνταξης δεν ισχύει για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με τη συμπλήρωση χρόνου ασφάλισης μικρότερου των δεκαπέντε (15) ετών. Στην περίπτωση αυτή το ποσό της εθνικής σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται αυτού που αντιστοιχεί στα δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης (άρθρο 1 παρ.2).

2ον)Αναζήτηση πέντε (5) ετών και προ του 2002

Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από 1.1.2002 μέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου-λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού, τότε, για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά έως πέντε (5) ετών ασφάλισης (άρθρο 1 παρ.3 εδ.α).

3ον)Αναζήτηση δέκα (10) ετών και προ του 2002 (από 1.1.2021)

Για συντάξεις με έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 μέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου-λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης (άρθρο 1 παρ. 3 εδ.β)

4ον)Ανώτατο όριο ανταποδοτικής σύνταξης

Tο συνολικό ακαθάριστο ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ακαθάριστο ποσό των συντάξιμων αποδοχών (άρθρο 1 παρ.4).

5ον)Συντάξιμος, μετά από αναγνώριση, και ο χρόνος της άδειας ανατροφής παιδιών

Ως συντάξιμος χρόνος θεωρείται και ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών ανατροφής παιδιών ηλικίας μέχρι έξι (6) ετών, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά και ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών του ν. 3528/2007, με την προϋπόθεση της καταβολής από τον υπάλληλο των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 2 παρ.1).

6ον)Ανώτατη μείωση 30% της σύνταξης και στις πρόωρες γήρατος του Δημοσίου

Το συνολικό ποσοστό της μείωσης της πρόωρης σύνταξης γήρατος, κατά τη μεταβατική περίοδο σταδιακής αύξησης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% (άρθρο 2 παρ.2).

7ον)Αναστολή της σύνταξης στο Δημόσιο

Η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται για όσο διάστημα ο δικαιούχος εκτίει περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη του ενός (1) έτους και εφόσον το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε στρέφεται κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μεταβιβάζεται στους τυχόν δικαιοδόχους αυτής σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω θανάτου (άρθρο 2 παρ.3).

8ον)Προσωπική διαφορά εκτός εισφορών και εκτός συνταξίμων αποδοχών

Από 1.1.2017 οι συντάξιμες αποδοχές, επί των οποίων υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές, για όσους υπηρετούν ή προσλαμβάνονται στο Δημόσιο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4472/2017, είναι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της παρ. 10 του άρθρου 153 του ν. 4472/2017, με εξαίρεση την προσωπική διαφορά. Οι συντάξιμες αυτές αποδοχές έχουν εφαρμογή και στον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών των προσώπων αυτών για επικουρική ασφάλιση, εφάπαξ παροχή και υγειονομική περίθαλψη (άρθρο 3).

9ον)Απαράγραπτο το δικαίωμα της σύνταξης

Το δικαίωμα στη σύνταξη είναι απαράγραπτο, τα δε οικονομικά αποτελέσματα που γεννώνται από την άσκηση του δικαιώματος αυτού ανατρέχουν στην ημερομηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά περίπτωση από τις οικείες συνταξιοδοτικές διατάξεις του Δημοσίου (άρθρο 4).

Με το Κεφάλαιο Β΄ του Μέρους Α΄ (άρθρα 6-30) τροποποιούνται και συμπληρώνονται διατάξεις του ν. 4387/2016, που αναφέρονται στους φορείς του ΕΦΚΑ (εκτός Δημοσίου). Ειδικότερα, μεταξύ άλλων:

1ον)Αναζήτηση πέντε (5) ή δέκα (10) ετών (από 1.1.2021) και προ του 2002

Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως πέντε (5) ετών ασφάλισης.

Για αιτήσεις συνταξιοδότησης με έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 έως την έναρξη της συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης (άρθρο 6).

2ον)Αναγνώριση μέχρι επτά (7) πλασματικών ετών για τους αγρότες με ευνοϊκότερους όρους

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του νέου ν. 4488/2017 που τροποποιεί το άρθρο 34 του ν. 4387/2016, η αναγνώριση του χρόνου της παρ. 5 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 εξακολουθεί να ισχύει. Οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν μηνιαία εισφορά ύψους 20% επί του 70% του προβλεπόμενου (κατά την υποβολή της αίτησης) κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Η διαδικασία καταβολής της εισφοράς αυτής καθώς και άλλες διευκρινίσεις θα καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

3ον)Αυξημένες εισφορές για αυξημένες συντάξεις

Παρέχεται η δυνατότητα στους αυτοαπασχολουμένους και ελεύθερους επαγγελματίες να επιλέξουν ως βάση υπολογισμού των εισφορών τους ποσό μεγαλύτερο από το μηνιαίο εισόδημά τους, υπό την επιφύλαξη του ανώτατου ορίου ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος που καθορίζει ο ν. 4387/2016.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 11 του νέου νόμου 4488/2017, oι ασφαλισμένοι με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον ΕΦΚΑ οποτεδήποτε, μπορούν να επιλέξουν ποσοστά υπολογιζόμενα επί ανώτερης βάσης υπολογισμού από εκείνη που προκύπτει βάσει του μηνιαίου εισοδήματός τους. Στην περίπτωση αυτή το ύψος της βάσης υπολογισμού, ο κλάδος υπέρ του οποίου θα εισφέρει, καθώς και το χρονικό διάστημα εφαρμογής της επιλέγεται από τους ασφαλισμένους με την ως άνω αίτησή τους, με την επιφύλαξη για το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος.

Η εφαρμογή της νέας βάσης υπολογισμού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης και παύει να ισχύει και πριν τη παρέλευση του ορισθέντος σύμφωνα με τα ανωτέρω χρονικού διαστήματος αυτοδικαίως, οποτεδήποτε προκύψει ανώτερη βάση υπολογισμού βάσει του μηνιαίου εισοδήματος σε σχέση με την επιλεγείσα, καθώς και από τον επόμενο μήνα από την ανάκληση της αίτησης ή την υποβολή νέας αίτησης εκ μέρους του ασφαλισμένου. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

4ον)Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών

Επανακαθορίζεται η διαδικασία συμψηφισμού και επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών στον ΕΦΚΑ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του νέου νόμου 4488/2017 4488/2017, αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές στον ΕΦΚΑ συμψηφίζονται με πάσης φύσεως καθυστερούμενες οφειλές, ρυθμισμένες ή μη, των δικαιούχων προς τον ΕΦΚΑ και τους τρίτους φορείς, για τους οποίους ο ΕΦΚΑ συνεισπράττει εισφορές.

Αν δεν υπάρχουν οφειλές ή αν, ύστερα από τον συμψηφισμό, προκύπτει υπόλοιπο ποσό, αυτό επιστρέφεται άτοκα στους δικαιούχους ως εξής: α)Στις περιπτώσεις μισθωτών, ύστερα από αίτηση των δικαιούχων. β)Στις περιπτώσεις ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων, η επιστροφή γίνεται μετά την ετήσια εκκαθάριση των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, με αίτησή τους, να ζητήσουν το υπερβάλλον ποσό να παραμείνει στον ΕΦΚΑ ως πιστωτικό υπόλοιπο, συμψηφιζόμενο με τις επόμενες εισφορές. Οι εισφορές υπέρ τρίτων φορέων που συνεισπράττονται από τον ΕΦΚΑ, επιστρέφονται από αυτόν και βαρύνουν τον αντίστοιχο φορέα, υπέρ του οποίου έγινε η είσπραξη. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία συμψηφισμού και επιστροφής των εισφορών και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των ανωτέρω.

5ον)Επαναπροσδιορισμός του τρόπου υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης

Τροποποιείται το άρθρο 42 του ν. 4052/2012 και επαναπροσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ποσού της επικουρικής σύνταξης για τους έως 31.12.2013 ασφαλισμένους, οι οποίοι καταθέτουν αίτηση συνταξιοδότησης από την 1.1.2015 και εφεξής.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 16, το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στον χρόνο ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί έως και 31.12.2014, υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε έτος ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,45% επί των συνταξίμων αποδοχών κάθε ασφαλισμένου που υπεβλήθησαν σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης.

Ως συντάξιμες αποδοχές νοούνται:

α)Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου δια του χρόνου ασφάλισής του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης, για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, αναπροσαρμοζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016.

β)Για τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες, το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης του ασφαλισμένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ως εισόδημα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Στο ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε ασφαλισμένο συνυπολογίζεται, όπου υπήρχε, και η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τον εργοδότη.

Για τους ασφαλισμένους με ποσό εισφοράς υπέρ επικουρικής ασφάλισης, που προκύπτει ανάλογα με την αξία ή την ποσότητα επί των αγοραζομένων ή πωλουμένων προϊόντων, ο μέσος όρος μηνιαίων τεκμαρτών αποδοχών που προκύπτουν από την αναγωγή των πραγματικά καταβληθεισών μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών, των ετών 2002 έως και 2014, θεωρώντας ως ποσοστό εισφοράς το 6%. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016.

Επιπροσθέτως ορίζεται ότι αν για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών δεν προκύπτουν ασφαλιστικά στοιχεία από πραγματικό ή πλασματικό χρόνο ασφάλισης ή από προαιρετική ασφάλιση, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από το 2002 έως το 2014, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών του τμήματος της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης έως και το έτος 2014 αναζητούνται τα ασφαλιστικά στοιχεία και κατά το πριν το έτος 2002 χρονικό διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά πέντε (5) ετών.

6ον)Αύξηση εισφοράς υπέρ του ΜΤΠΥ (από 4% σε 4,5%)

Επανακαθορίζονται οι μηνιαίες κρατήσεις των μετόχων του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ) σε ποσοστό 4,5% επί των συντάξιμων αποδοχών τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 19 του νέου ν. 4488/2017, η πάγια μηνιαία κράτηση των μετόχων του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (MTΠΥ) ορίζεται σε ποσοστό 4,5% επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές προσδιορίζονται για την κύρια σύνταξη. Η νέα αυτή ρύθμιση οδηγεί σε αύξηση της εισφοράς υπέρ ΜΤΠΥ ύψους 12,5%.

7ον)Αποσύνδεση ασφάλισης από την ιδιότητα (μηχανικοί-δικηγόροι)

Αποσυνδέεται η υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ από την ιδιότητα του εγγεγραμμένου στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) ή του εγγεγραμμένου στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Όπως ορίζεται στο άρθρο 20 του νέου νόμου 4488/2017, oι αυτοαπασχολούμενοι που είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις του πρώην ΤΣΜΕΔΕ του ΕΤΑΑ και του ΕΤΕΑΕΠ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 4387/2016, από την ημερομηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος στην αρμόδια ΔΟΥ και μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.

Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους και ασκούν ελεύθερο επάγγελμα υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του πρώην ΤΑΝ/ΕΤΑΑ και του ΕΤΕΑΕΠ, από την ημερομηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος στην αρμόδια ΔΟΥ και μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.

Η ισχύς των ανωτέρω αρχίζει αναδρομικά από την 1.1.2017. Ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί και αφορούν σε περίοδο ασφάλισης από 1.1.2017 έως την ισχύ της ρύθμισης συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, πλην των ασφαλιστικών εισφορών για υγειονομική περίθαλψη.

Τα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2 που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ μέχρι την ισχύ του νέου ν. 4488/2017 και για τα οποία προκύπτει διακοπή της ασφάλισής τους στον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ, μπορούν προαιρετικά να συνεχίσουν την ασφάλισή τους για το σύνολο των κλάδων ασφάλισης στους οποίους υπάγονταν μέχρι τη διακοπή της υποχρεωτικής τους ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται με βάση το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος για τους ασφαλισμένους άνω 5ετίας του άρθρου 39 του ν. 4387/2016.

Για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης, υποβάλλεται δήλωση του ασφαλισμένου εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου 4488/2017. Η προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης διακόπτεται, ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης. Νέα αίτηση για προαιρετική ασφάλιση δεν μπορεί να υποβληθεί.

8ον)Ασφάλιση αιρετών

Αποσαφηνίζεται το ασφαλιστικό καθεστώς των βουλευτών, των περιφερειαρχών, των δημάρχων, των αιρετών οργάνων Α΄ και Β΄ βαθμού και των προσώπων που διορίζονται σε θέσεις διοίκησης φορέων του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών ως προς το ύψος των ασφαλιστικών τους εισφορών για κύρια και επικουρική ασφάλιση, υγειονομική περίθαλψη και εφάπαξ παροχή, υπό το φως των ρυθμίσεων του ν. 4387/2016.

Οι λεπτομέρειες της νέας αυτής ρύθμισης αναφέρονται στο άρθρο 22 του νέου ν. 4488/2017, στην παρ. 8 του οποίου αναφέρεται αφενός μεν ότι η ισχύς των διατάξεων αρχίζει αναδρομικά από 1.1.2017 και αφετέρου ότι, αν από την εφαρμογή τους προκύψουν διαφορές στα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών που πρέπει να καταβληθούν από την ανωτέρω ημερομηνία, εφαρμόζονται τα εξής:

α)Αν το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί είναι υψηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την εφαρμογή του νέου νόμου 4488/2017, το επιπλέον ποσό συμψηφίζεται, μέχρι εξάλειψής του, με μελλοντικές καταβολές ασφαλιστικών εισφορών και

β)Αν το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί είναι χαμηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την εφαρμογή των νέων διατάξεων, το επιπλέον ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την τακτοποίηση των εισφορών των προηγούμενων μηνών καταβάλλεται σε δόσεις, ο αριθμός των οποίων είναι ίσος με τον αριθμό των μηνών για τους οποίους προκύπτει διαφορά στο ύψος των εισφορών, χωρίς την επιβολή προστίμων καθυστέρησης εξόφλησης.

9ον)Απασχόληση λόγω ψυχικών παθήσεων

Επιτρέπεται η απασχόληση λόγω ψυχικών παθήσεων χωρίς διακοπή ή περικοπή της σύνταξης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 23 του νέου νόμου 4488/2017, γενικές και ειδικές διατάξεις που προβλέπουν διακοπή ή περικοπή της σύνταξης αναπηρίας ή της σύνταξης λόγω θανάτου και των προνοιακών ή άλλων επιδομάτων όταν ο δικαιούχος αναλαμβάνει εργασία ή αυτοαπασχολείται, δεν έχουν εφαρμογή στους δικαιούχους που πάσχουν αναπηρίας, η οποία οφείλεται σε ψυχική πάθηση ή νοητική υστέρηση ή συμπαθολογία ψυχικής πάθησης και νοητικής υστέρησης, με ποσοστό 50% και άνω, εφόσον η ανάληψη μισθωτής απασχόλησης ή η αυτοαπασχόληση ενδείκνυται για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης και η κρίση αυτή πιστοποιείται με γνωμάτευση μονάδας ψυχικής υγείας, η οποία θα ισχύει για τρία (3) έτη, του αντίστοιχου Τομέα Ψυχικής Υγείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 2716/1999.

Η ανάληψη μισθωτής απασχόλησης ή η αυτοαπασχόληση των ανωτέρω προσώπων για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης, δεν επηρεάζει την σχετική κρίση αξιολόγησης αναπηρίας περί ανικανότητας για κάθε βιοποριστική εργασία, κατά τη διαδικασία πιστοποίησης αναπηρίας από τα ΚΕΠΑ.

Η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται σε συνταξιούχους που αναλαμβάνουν μόνιμη ή με ΣΑΧ εργασία σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης.

Οι συνταξιούχοι της ανωτέρω περίπτωσης υποχρεούνται πριν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν να το δηλώσουν στον ΕΦΚΑ, στο ΕΤΕΑΕΠ και στις αρμόδιες υπηρεσίες πρόνοιας, ενώ κάθε άλλη λεπτομέρεια καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

10ον)Καταβολή σύνταξης σε περίπτωση ποινικής καταδίκης του δικαιούχου (ΕΦΚΑ)

Αναστέλλεται, κατ’ αντιστοιχία των οριζόμενων στην παρ. 3 του άρθρου 2 (Δημόσιο) του νέου νόμου 4488/2017, η καταβολή της σύνταξης για όσο διάστημα συνταξιούχος του ΕΦΚΑ εκτίει περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη του ενός (1) έτους και υπό την προϋπόθεση ότι το αδίκημα λόγω του οποίου καταδικάσθηκε στρέφεται κατά ασφαλιστικού φορέα. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 27, προκειμένου για τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, η καταβαλλόμενη σύνταξη αναστέλλεται για όσο διάστημα ο συνταξιούχος εκτίει περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη του ενός (1) έτους και εφόσον το αδίκημα για το οποίο καταδικάσθηκε στρέφεται κατά ασφαλιστικού φορέα. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μεταβιβάζεται στους τυχόν δικαιοδόχους αυτής, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου. Τα οικονομικά αποτελέσματα της παρούσας διάταξης αρχίζουν από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

11ον)Παράταση χορήγησης αναπηρικής σύνταξης

Παρατείνεται η χορήγηση της αναπηρικής σύνταξης για ένα ακόμα εξάμηνο εφόσον εκκρεμεί ιατρική κρίση ενώπιον των ΚΕΠΑ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 28 του νέου νόμου 4488/2017 που τροποποιεί το άρθρο 66 του ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α 88), στις περιπτώσεις λήξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας και εφόσον εκκρεμεί στις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές ΚΕΠΑ ιατρική κρίση, χωρίς υπαιτιότητα των ασφαλισμένων, το δικαίωμα συνταξιοδότησής τους λόγω αναπηρίας παρατείνεται για έξι (6) μήνες, με το ίδιο ποσό που ελάμβαναν οι συνταξιούχοι πριν από τη λήξη του δικαιώματος, εφόσον κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχαν κριθεί από την υγειονομική επιτροπή με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%.

Εάν κριθεί από τις υγειονομικές επιτροπές των ΚΕΠΑ ότι αυτοί δεν φέρουν συντάξιμο ποσοστό αναπηρίας ή φέρουν μικρότερο ποσοστό αναπηρίας από το προγενεστέρως κριθέν, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται άτοκα, δια συμψηφισμού, με μηνιαία παρακράτηση 20% από τις τυχόν χορηγούμενες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ στην περίπτωση που δεν χορηγούνται παροχές, αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και για όλα τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω αναπηρίας, καθώς και για τις συντάξεις με αιτία την αναπηρία, ενώ παράλληλα παρατείνεται και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όσων εμπίπτουν στο παρόν άρθρο. Η ισχύς των διατάξεων αυτών αρχίζει αναδρομικά από 1.7.2017.

12ον)Παροχές ασθενείας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ σε ανασφάλιστους και διαζευγμένους

Τροποποιείται το άρθρο 30 του ν. 1469/1984 αναφορικά με το δικαίωμα παροχών ασθενείας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ για τους ανασφάλιστους και διαζευγμένους. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 29 του νέου νόμου 4488/2017, ο/η ανασφάλιστος/η διαζευγμένος/η σύζυγος δικαιούται να διατηρήσει, ως άμεσα ασφαλισμένος, το δικαίωμα παροχών ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, που είχε κατά το χρόνο λύσης του γάμου ο έτερος σύζυγος, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) Ο γάμος λύθηκε μετά τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του, και β) δεν καλύπτεται άμεσα ή έμμεσα για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο.

Για τη διατήρηση του δικαιώματος των παροχών ασθένειας σε είδος, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης ως εξής: α) Στον ΕΦΚΑ, για παροχές σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ, σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, β) στο Δημόσιο σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, γ) στους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς, την προβλεπόμενη από τους οικείους κανονισμούς εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη υπέρ υγειονομικής περίθαλψης που υπολογίζεται επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

Το ασφαλιστικό δικαίωμα ασκείται από τον ενδιαφερόμενο μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης διαζυγίου.

 

Η ΕΝΥΠΕΚΚ, πάντα με αντικειμενικότητα, διαπιστώνει ότι οι περισσότερες από τις νέες ρυθμίσεις, που διευκρινίζουν και διορθώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του νόμου Κατρούγκαλου, ήταν αναγκαίες καθώς υπήρχε διάχυτη η αμφιβολία αρκετών ασφαλισμένων αναφορικά με την ερμηνεία και την υλοποίηση στην πράξη των διατάξεων αυτών.

Υπάρχουν όμως πολλές που ρυθμίζουν επί το δυσμενέστερον αρκετές ομάδες ασφαλισμένων, για τους οποίους θα δώσουμε σύντομα οδηγίες και διευκρινίσεις.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

 

 

 

 

 

Περισσότερα

Μνημονιακή υποχρέωση το νομοσχέδιο για την αδήλωτη εργασία !

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.                                                                                   

 7/9/2017

 

 

Μνημονιακή υποχρέωση

το νομοσχέδιο για την αδήλωτη εργασία !

 

Η κυβέρνηση εμπαίζει τον λαό !

 

Ιδού το κείμενο του Μνημονίου !

 

 

Επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή και η υπουργός Εργασίας και αρκετοί κυβερνητικοί βουλευτές υποστηρίζουν ότι το σ/ν για την αδήλωτη και απλήρωτη εργασία δεν αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση, ενώ φαίνεται το θέμα να το αγνοούν και πολλά κορυφαία στελέχη των άλλων κομμάτων του Κοινοβουλίου, η ΕΝΥΠΕΚΚ δίνει στη δημοσιότητα το σχετικό κεφάλαιο του τρίτου Μνημονίου 4336/2015 (σελ. 1026, άρθρο 4 της  ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Γ) όπου αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής:

«                    4.1 Αγορά εργασίας και ανθρώπινο κεφάλαιο

Αδήλωτη εργασία. Έως τον Δεκέμβριο του 2015, οι αρχές θα έχουν εγκρίνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης (βασικό παραδοτέο) για την καταπολέμηση της αδήλωτης και της ατελώς δηλωμένης εργασίας, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των νόμιμων εταιρειών, να προστατευτούν οι εργαζόμενοι και να αυξηθούν τα έσοδα από τη φορολογία και την κοινωνική ασφάλιση. Αυτό θα περιλαμβάνει τη βελτίωση της διακυβέρνησης της Επιθεώρησης Εργασίας και θα παρέχει συγκεκριμένη τεχνική βοήθεια. Ως πρώτο βήμα, οι αρχές θα προβούν στη διασύνδεση του συστήματος πληροφοριών ΕΡΓΑΝΗ με την Εφορία και το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων με σκοπό τον εντοπισμό της αδήλωτης εργασίας.».

Από το παραπάνω απόσπασμα του Μνημονίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι το πογκρόμ κατά των μικρομεσαίων που κηρύσσει η κυβέρνηση με το συζητούμενο νομοσχέδιο (πολλές διατάξεις του οποίου ήταν απολύτως αναγκαίες για να αντιμετωπιστεί η αναρχία στην αγορά εργασίας), ήταν δομικό προαπαιτούμενο του τρίτου «αριστερού» Μνημονίου!

Η ΕΝΥΠΕΚΚ θεωρεί χρέος της να ενημερώνει τον πολύπαθο λαό μας αφού η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συστηματικά του αποκρύπτει την αλήθεια!

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

Περισσότερα

Σε λίγες ημέρες το νέο βιβλίο του καθηγητή Αλέξη Μητρόπουλου

 

Κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες το νέο βιβλίο του Προέδρου της ΕΝΥΠΕΚΚ Αλέξη Π. Μητρόπουλου από τον Εκδοτικό Οίκο Λιβάνη με τίτλο «Εργασιακές Σχέσεις και Κοινωνική Ασφάλιση στη σύγχρονη Ελλάδα».

 

 

ExErgassiakesSxeseisMHTROPOYLOS 14x20.5 copy

 

 

 

Περισσότερα

Εκτοξεύτηκε πάλι η μερική απασχόληση!!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

8/8/2017

Εκτοξεύτηκε πάλι η μερική απασχόληση!!

Στο 55% τον Ιούλιο του 2017!!

Απειλητική η εμφάνιση της εκ περιτροπής εργασίας (14,54%)!!

Ιδού τα στοιχεία του Ιουλίου 2017!

Ανησυχητικά και καθόλου ελπιδοφόρα για το μέλλον της σταθερής και πλήρους απασχόλησης είναι τα στοιχεία που ανακοίνωσε το πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ» για το α’ επτάμηνο του 2017.

Για άλλη μια φορά η μερική και η εκ περιτροπής εργασία ξεπερνούν την πλήρη και ασφαλισμένη εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα (επτά μήνες), όπως συμβαίνει σταθερά καθ’όλη τη μνημονιακή περίοδο που διανύουμε.

Συγκεκριμένα για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2017, δημιουργήθηκαν 1.423.552 θέσεις εργασίας, εκ των οποίων 681.378 πλήρους απασχόλησης (ποσοστό 47,9%) και 742.174 θέσεις μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης αθροιστικά, ήτοι ποσοστό 52,1%!!

Αλλά και από τις θέσεις της πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τα πρώτα ευρήματα μελέτης που επεξεργάζεται η ΕΝΥΠΕΚΚ, οι απολαβές ΟΣΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ανέρχεται στα 200-300 ευρώ μηνιαίως!! Γι’αυτό και το υπουργείο Εργασίας και μερίδα των ΜΜΕ, ενώ …πανηγυρίζουν για την οριακή αύξηση των θέσεων απασχόλησης, που μάλιστα την αποδίδουν στον …τουρισμό, δεν αποκαλύπτουν στοιχεία για τους εργοδότες που δεν πληρώνουν ή στοιχεία για το ύψος των μισθών των νέων προσλήψεων με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Παραθέτουμε από τη σελ. 8 της Έκθεσης «ΕΡΓΑΝΗ» τον σχετικό πίνακα IV και το διάγραμμα VIII.

ΜΗΝΑΣ

ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΑΝΑ ΕΙΔΟΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΑΠΟ 1-1-2017 ΕΩΣ 31-7-2017

ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

ΕΚ ΠΕΡΙ-ΤΡΟΠΗΣ ΑΠΑΣΧΟ-ΛΗΣΗ

ΣΥΝΟΛΟ ΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΚ ΠΕΡΙΤΡΟ-ΠΗΣ ΑΠΑ-ΣΧΟΛΗΣΗΣ

ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΣΛΗ-ΨΕΩΝ

ΙΑΝ. 2017

58.813

49.283

18.405

67.688

126.501

ΦΕΒΡ. 2017

59.775

55.309

23.158

78.467

138.242

ΜΑΡΤ. 2017

83.935

63.897

22.978

86.875

170.810

ΑΠΡ. 2017

123.101

74.265

26.815

101.080

224.181

ΜΑΪΟΣ 2017

134.264

98.350

31.973

130.323

264.587

ΙΟΥΝΙΟΣ 2017

118.189

114.820

40.366

155.186

273.375

ΙΟΥΛΙΟΣ 2017

103.301

89.712

32.843

122.555

225.856

ΣΥΝΟΛΟ α” ΕΠΤΑΜΗΝΟΥ 2017

681.378 (47,86%)

545.636 (38,33%)

196.538 (13,81%)

742.174 (52,14%)

1.423.552

Από το παρακάτω σχεδιάγραμμα γίνεται αντιληπτό ότι το α” επτάμηνο 2017 η πλήρης απασχόληση μειώθηκε στο ποσοστό του 47,9% από 48,3% το α” εξάμηνο 2017 (βλ. την από 8-6-2017 ανακοίνωση της ΕΝΥΠΕΚΚ), ενώ η μερική και η εκ περιτροπής αθροιστικά εκτοξεύθηκε στο 52,14%!!

Στο παρακάτω σχεδιάγραμμα διαφαίνεται η εκτόξευση της μερικής απασχόλησης τον μήνα Ιούλιο 2017, ενώ αυξάνεται απειλητικά και η εκ περιτροπής, με την πλήρη και ασφαλισμένη να μειώνεται διαρκώς!!

Σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία, τα ευρήματα που προκύπτουν καθ’όλη τη διάρκεια του εργασιακού μεσαίωνα που διανύουμε, είναι άκρως ανησυχητικά:

1ον)Μονιμοποίηση της υψηλής μερικής απασχόλησης,

2ον)Έκρηξη της μερικής και της εκ περιτροπής απασχόλησης ειδικά για τον μήνα Ιούλιο 2017 (52,1%) και με ταυτόχρονη καθήλωση των μισθών στα 200-300 ευρώ!

3ον)Οι θέσεις πλήρους απασχόλησης στο επτάμηνο 2017 είναι λιγότερες σε σχέση με το εξάμηνο 2017.

Κατόπιν αυτών, τα ανωτέρω στοιχεία του υπουργείου Εργασίας συνεχίζουν να προκαλούν βαθειά ανησυχία και προβληματισμό!

Αν συνεχιστεί η σκληρή μνημονιακή πολιτική στη χώρα μας, το ορατό μέλλον της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα είναι δυσοίωνο, πολύ περισσότερο που πληθαίνουν καθημερινά οι εργοδότες που δεν πληρώνουν τους εργαζόμενους και που επηρεάζεται άμεσα το ύψος των καταβαλλομένων συντάξεων, αφού το Εργασιακό είναι συνάρτηση του Ασφαλιστικού.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ δεν θα σταματήσει να αναδεικνύει την πραγματική εικόνα της εργασίας στη σημερινή Ελλάδα, ούτε ποτέ θα προσχωρήσει στην καταστροφική …λογική της μνημονιακής ετερονομίας!

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Η Εκτελεστική Επιτροπή

Περισσότερα

43 χρόνια από την εθνική προδοσία!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

24/7/2017

 

43 χρόνια από την εθνική προδοσία!

 

Τα κόμματα του μνημονιακού τόξου

υπεύθυνα για την τραγωδία της σημερινής Ελλάδας!

 

Σαράντα τρία χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την εθνική προδοσία της Κύπρου, ο συντεταγμένος σε κρατικές οντότητες Ελληνισμός βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

Για την Κύπρο όλες οι παραλλαγές τής λύσης που προσφέρονται, εμπεριέχουν την αποδοχή σχεδόν όλων των τετελεσμένων. Σαράντα τρία χρόνια προσπαθειών, πολλά από τα οποία εντός του σκληρού πυρήνα της ΕΕ, δεν απέδωσαν αποτελέσματα!

Η Ελλάδα, εξάλλου, με άκαιρες, παρακινδυνευμένες και χωρίς κατάλληλη προετοιμασία επιλογές της. «κατόρθωσε» το κύριο αίτημα της Μεταπολίτευσης, μετά την επταετία της ξενοκίνητης δικτατορίας, το αίτημα της ανεξάρτητης και κυρίαρχης πορείας της χώρας, να το μετατρέψει σε απώλεια της κυριαρχίας της (κυρίως της οικονομικής), σε υποβάθμιση των θεσμών της, σε σύγχυση των λειτουργιών και εξουσιών, όπου οι δανειστές με τα διαρκή Μνημόνια επιχειρούν να υπαγορεύσουν ακόμη και τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης…

Έτσι διαμορφώνεται ένα καθεστώς πλήρους ετερονομίας που απαρτίζεται από ένα πλέγμα πάνω από 680 μνημονιακών νόμων που δημιουργούν πλέον για την παρούσα αλλά και τις επερχόμενες γενεές μια δευτερεύουσα, ελλειμματική, συμπληρωματική προς τις ευρωπαϊκές οικονομία και κοινωνία. Όπου οι σταθερές εργασιακές σχέσεις διαλύονται, οι συντάξεις «επιδοματοποιούνται», η οικογενειακή περιουσία εξαϋλώνεται και ο διαχρονικός υλικός και άυλος πλούτος της πατρίδας ρευστοποιείται…

Κι όλα αυτά στο όνομα της …ανάπτυξης και του δανεισμού από το νομαδικό κεφάλαιο.

Έτσι η 43η επέτειος της αποκατάστασης της Δημοκρατίας συμπίπτει με την πλήρη διάψευση των ελπίδων για μια άλλη πορεία της χώρας με κυρίαρχο τον δημοκρατικώς Δρώντα Λαό.

Είναι επείγουσα η ανάγκη οι πολίτες, η πολιτική, η ιδεολογία, να αποκτήσουν και πάλι το νόημά τους.

Είναι ανάγκη όλοι οι σκεπτόμενοι Έλληνες να αναστοχαστούμε τα λάθη, τις προκαταλήψεις και τα ταμπού της Μεταπολίτευσης για να βρούμε πάλι το νήμα του πολιτικού μας πολιτισμού.

Είναι κατεπείγουσα ανάγκη η δημοκρατική λειτουργία της Δημοκρατίας να δώσει εναλλακτική λύση από αυτή του «μονοδρόμου των Μνημονίων». Διαφορετικά, δεν θα αργήσει και η μοιραία κατάργησή της στη συνείδηση όλων, κυρίως των νέων ανθρώπων, αφού το αληθινό νόημά της είναι το διακύβευμα της εναλλακτικής προγραμματικής πορείας.

Κι αν οι πολίτες εθιστούν στο ότι οι διαφορές μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων είναι «περί όνου σκιάς» ή έστω «για τα δευτερεύοντα», αφού όλοι εφαρμόζουν με ανώδυνες παραλλαγές το ίδιο πρόγραμμα, τότε το ψυχολογικό και ιδεολογικό υπόβαθρο της δημοκρατίας έχει χαθεί.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

 

 

Περισσότερα

Ανατροπή της Nομολογίας για την επίσχεση εργασίας από τον Άρειο Πάγο (απόφαση 114/2017)!!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

19/7/2017

Ανατροπή της Nομολογίας για την επίσχεση εργασίας από τον Άρειο Πάγο (απόφαση 114/2017)!!

 

Επιδεινώνεται η θέση των εργατοϋπαλλήλων!

 

Ιδού η απόφαση!

 

 

Σύμφωνα με την υπ’αριθ. 114/2017 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου «…από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ . 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις».

Ιδού ολόκληρο το κείμενο της απόφασης!

Αριθμός 114/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: ……
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ……
Της αναιρεσίβλητης: ……
(……)
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1438/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2030/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
(……)
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/10/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου (κατά το πρώτο σκέλος) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου, καθώς και των δεύτερου και τρίτου λόγων της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα , κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, το άρθρο 665 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι ‘ ‘ Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή’ ‘ , καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ’ ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645. Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο ‘ ‘ Μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , στη δε παράγραφο 4 ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ . Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, ‘ ‘ Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο’ ‘ . Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1, 498 παρ. 1 και 621 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το νόμο 4335/2015, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη Κ. Α. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη, στον οποίο, με την από 21-10-2016 εξουσιοδότηση, χορήγησε πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που δόθηκε μετά την 1-1-2016, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να θεωρείται δικονομικά απούσα. Από την …/20-5-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 2030/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω απ’ αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στην αναιρεσίβλητη, νομίμως και εμπροθέσμως. Περαιτέρω, από την …/22-9-2016 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του από 21-9-2016 πρόσθετου λόγου αναίρεσης με την κάτω από αυτόν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 621 παρ. 2 ΚΠολ.Δ.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής. Κατ’ ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξιώσεώς του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επισχέσεως. Εξ άλλου, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ, κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά. Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014). Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, 1248/2015, 790/2014, 1342/2014, 2094/2014, 1502/2010). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ . 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης-εργαζόμενης, επί αγωγής αυτής για την καταβολή των αποδοχών της από την υπερημερία της αναιρεσείουσας-εργοδότριάς της, στην οποία αυτή περιήλθε κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας της εξαιτίας της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της, αλλά και μετά από τη λήξη της επίσχεσης, δέχθηκε, όπως από αυτή προκύπτει, ανελέγκτως τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα στις 31/1/1986 μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη για να εργασθεί ως βοηθός κομμωτή σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των Αθηνών. Ο μηνιαίος μισθός της συμφωνήθηκε σε ποσοστό 25% επί της παραγωγής της και, εφόσον υπολειπόταν, συμφωνήθηκε να της καταβάλλεται ο μισθός που θα καθοριζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας. Την 1-7-2005 οι όροι της εργασιακής σύμβασης των διαδίκων μεταβλήθηκαν και καθορίσθηκε η ειδικότητα της ενάγουσας ως κομμώτρια και ως τόπος παροχής της εργασίας της ορίσθηκε το κομμωτήριο που διατηρούσε η εναγομένη στην …- Αθήνα, διατηρουμένου του δικαιώματος της εναγομένης να μεταφέρει την ενάγουσα σε οποιοδήποτε άλλο από τα τρία κομμωτήρια που είχε στην Αθήνα. Ότι οι αποδοχές της ενάγουσας καθορίσθηκαν σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής της και προβλέφθηκε ότι σε κάθε περίπτωση ο μισθός της δεν θα ήταν κατώτερος από τον προβλεπόμενο στην εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, τον Ιούλιο δε του 2011 ο μηνιαίος συμβατικός μισθός της καθορίσθηκε τουλάχιστον στο ποσό των 1.161,75 ευρώ. Ότι η εναγομένη εταιρεία ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1950 και δραστηριοποιείται στο χώρο της κομμωτικής και των συναφών υπηρεσιών. Ότι διατηρεί κομμωτήρια στην Αττική και συγκεκριμένα επί της οδού … στο Σύνταγμα, επί της οδού … στο κέντρο της Αθήνας, επί της Πλατείας … στο Κολωνάκι και επί της Λεωφόρου … στο Χαλάνδρι. Ότι λόγω της μακροχρόνιας υψηλής ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών της είχε αποκτήσει φήμη και πελατεία. Το έτος 2009, λόγω της ύφεσης που άρχισε να πλήττει την ελληνική οικονομία, παρουσίασε μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής της. Ότι, επειδή η μείωση του κύκλου εργασιών συνεχίστηκε με επίταση και τα έτη 2010 -2011, από τον Αύγουστο του έτους 2010 άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της κατά ένα μήνα περίπου και περί τα μέσα του έτους 2011 σταμάτησε τη λειτουργία του καταστήματος, που διατηρούσε στην οδό …. Ότι, από το προσωπικό που απασχολούσε στο συγκεκριμένο κατάστημα, απέλυσε ορισμένους εργαζόμενους, τους περισσότερους, όμως, τους μετέφερε στα άλλα τρία κομμωτήριά της. Ότι στις 30 Νοεμβρίου 2011, αποσκοπώντας να μειώσει το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού της κατά το επερχόμενο έτος 2012 χωρίς να προβεί σε περαιτέρω απολύσεις εργαζομένων, με έγγραφη ανακοίνωσή της κάλεσε όλους τους υπαλλήλους της σε διαβούλευση, προκειμένου να εφαρμόσει το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησής τους για τους επόμενους εννέα μήνες, επιφυλασσόμενη να λάβει και κάθε άλλο μέτρο που θα έκρινε αναγκαίο για την επιβίωση της επιχείρησής της. Επίσης, το Δεκέμβριο του 2011 πρότεινε σε ορισμένους μισθωτούς της, μεταξύ των οποίων ήταν και η ενάγουσα, να συνάψουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, η πρότασή της όμως αυτή δεν έγινε αποδεκτή τουλάχιστον από την ενάγουσα. Εν τω μεταξύ κατέβαλε με καθυστέρηση άλλοτε τριών και άλλοτε τεσσάρων μηνών τις δεδουλευμένες αποδοχές του προσωπικού της, στο οποίο κατέβαλε τον μισθό του Αυγούστου του 2011 το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, καταβάλλοντας μέσα στον ίδιο μήνα (εμπρόθεσμα) και το Δώρο Χριστουγέννων. Έτσι, την 1/1/2012 όφειλε στην ενάγουσα τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου καθώς και το μεγαλύτερο τμήμα του μισθού του Δεκεμβρίου, αφού εκκρεμούσε μόνο η εκκαθάριση της διαφοράς που τυχόν υπήρχε μεταξύ του οφειλομένου ποσοστού επί της παραγωγής της και του συμφωνηθέντος μισθού της. Εξαιτίας της καθυστέρησης αυτής, η ενάγουσα από κοινού με άλλες οκτώ συναδέλφους της στις 2/1/2012 κοινοποίησε στην έδρα της εναγομένης την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας, στην οποία ανέφερε ότι η εργασία της αποτελούσε το αποκλειστικό μέσο συντήρησης και διαβίωσής της, με συνέπεια το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο μέχρι και το Δεκέμβριο του 2011, που δεν πληρώθηκε, αν και εργάσθηκε κανονικά, να καταφύγει στην ανάλωση των ελάχιστων αποταμιεύσεών της και στο δανεισμό της από συγγενικά και φιλικά της πρόσωπα για να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές της ανάγκες. Επίσης, την κάλεσε μέχρι και την 3/1/2012 να της καταβάλει τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς, τους οποίους υπολόγισε στο ελάχιστο συμφωνηθέν ποσό των 1.161,75 ευρώ το μήνα και της δήλωσε ότι σε περίπτωση μη καταβολής από 4/1/2012 θα ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, αρνούμενη να παρέχει την εργασία της από την ημερομηνία αυτή (δηλαδή από 4/1/2012) και μέχρις ότου εξοφληθούν οι αποδοχές της. Ότι η εναγομένη απάντησε στη πιο πάνω δήλωση με την από 4/1/2012 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία -δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων, που κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 5/1/2012, ισχυριζόμενη ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των μισθών δεν είναι μακροχρόνια και σημαντική και δεν δικαιολογεί την εκ μέρους της ενάγουσας (και των οκτώ συναδέλφων της) επίσχεση εργασίας, η οποία είναι καταχρηστική, ότι η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε εξαιρετικά δυσμενείς περιστάσεις και ότι η εν γένει συμπεριφορά της οφείλεται σε κακοβουλία της με σκοπό ιδίως να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης. Με το ίδιο έγγραφο η εναγομένη δήλωσε ότι η αποχή της ενάγουσας από την εργασία της ήταν αδικαιολόγητη, ότι η συνέχισή της συνιστά αντισυμβατική εκ μέρους της συμπεριφορά, που την καθιστά υπερήμερη ως προς την παροχή εργασίας και, τέλος, την κάλεσε να προσέλθει και να αναλάβει εργασία την επομένη από τη λήψη της επιστολής της, δηλώνοντας ότι άλλως θα θεωρήσει ότι κατήγγειλε η ίδια τη σύμβαση εργασίας της. Ότι μετά την κοινοποίηση της από 4/1/2012 δήλωσης της εναγομένης, η ενάγουσα, (καθώς και οι λοιπές οκτώ συνάδελφοί της) συνέχισε την επίσχεση εργασίας της και στις 9/1/2012 κοινοποίησε στην εναγομένη την από 5/1/2012 εξώδικη απάντηση- πρόσκληση, στην οποία δήλωσε ότι εμμένει στην επίσχεση εργασίας της, η οποία δεν συνιστά εκ μέρους της καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, αλλά αποτελεί ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος, μέχρις ότου η εναγομένη της καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς. Στη συνέχεια, στις 11/1/2012, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 9/1/2012 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία- δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων, με την οποία δήλωσε ότι έναντι των οφειλομένων θα της κατέβαλε το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 μόλις θα προσερχόταν προς ανάληψη εργασίας και για τους υπόλοιπους οφειλόμενους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου 2011, Νοεμβρίου 2011, καθώς και για το μισθό του Δεκεμβρίου 2011 μετά την εκκαθάρισή του, τη διαβεβαίωσε ότι θα προβεί «σε κάθε δυνατή νόμιμη ενέργεια» προκειμένου να την εξοφλήσει το συντομότερο. Με το ίδιο έγγραφο, μεταξύ άλλων, την κάλεσε να προσέλθει να αναλάβει εργασία, δηλώνοντας κατά λέξη ότι «άλλως θα θεωρήσουμε ότι καταγγείλατε οριστικά και αμετάκλητα εσείς τη σύμβαση εργασίας σας και μάλιστα χωρίς να τηρήσετε την εκ του νόμου προθεσμία, και θα ασκήσουμε παν νόμιμο δικαίωμά μας». Ότι στις 12/1/2012 η ενάγουσα, (καθώς και οι λοιπές οκτώ συνάδελφοί της) δεν προσήλθε να εργασθεί, αλλά συνέχισε την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της, αφού με το τελευταίο έγγραφο της εναγομένης δηλωνόταν σαφώς η πρόθεσή της να μην καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντων μισθών της. Απάντησε, όμως, στην εργοδότριά της με την από 12/1/2012 κοινή με τις συναδέλφους της εξώδικη πρόσκληση, που στις 16/1/2012 κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, δηλώνοντας ότι εμμένει στην από 4/1/2011 επίσχεση εργασίας, η οποία δεν συνιστά αδικαιολόγητη απουσία και «πολλώ μάλλον δεν συνιστά εκ μέρους μας καταγγελία της σύμβασης εργασίας μας» και καλώντας την εργοδότρια να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, προκειμένου να επανέλθει στην εργασία της και να αναλάβει τα καθήκοντά της. Ακολούθησε η από 17/1/2012 «εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία-δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων» της εναγομένης, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 18/1/2012, με την οποία, για πρώτη φορά, εκαλούντο η ενάγουσα και οι συνάδελφοί της που ασκούσαν επίσχεση εργασίας να προσέλθουν στο λογιστήριο της εργοδότριας σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για να εισπράξουν τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011. Ειδικότερα, η εναγομένη δεσμευόταν να καταβάλει στην ενάγουσα στις 24/1/2012 το μισθό του Σεπτεμβρίου του 2011, στις 7/2/2012 το μισθό του Οκτωβρίου 2011, στις 13/3/2012 το μισθό του Νοεμβρίου 2011 και στις 17/4/2012 το μισθό του Δεκεμβρίου του 2011. Στο έγγραφό της αυτό, η εναγομένη, αν και με λεπτομέρεια εξέθετε την πρόταση που της είχε κάνει για εκ περιτροπής εργασία και παρέθετε το ακριβές κείμενο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, που είχε προτείνει να το υπογράψουν ορισμένοι από τους υπαλλήλους της, συμφωνώντας στην αλλαγή των εργασιακών τους όρων, καθώς και το κείμενο της από 30/11/2011 «ανακοίνωσης μετά ενημερώσεως και προσκλήσεως σε διαβούλευση», που είχε απευθύνει προς το σύνολο των εργαζομένων στα καταστήματά της (κομμωτήρια), δεν περιέλαβε και την από 13/1/2012 «αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού» , την οποία υπέγραψε μόνο αυτή και την ίδια ημερομηνία κατέθεσε στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού και στην οποία δήλωσε στον ως άνω αρμόδιο Οργανισμό ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρησή της μέχρι τις 13/1/2012 με την ειδικότητα «κομμωτής», οπότε αποχώρησε οικειοθελώς. Απαντώντας στην από 18/1/2012 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, η ενάγουσα σε κοινή «εξώδικη απάντηση- πρόσκληση» με τις λοιπές οκτώ συναδέλφους της, που στις 20/1/2012 επιδόθηκε στην εναγομένη, δήλωσε στην τελευταία ότι, επειδή καλόπιστα πιστεύει ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή της για εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών της στις προαναφερθείσες ημερομηνίες και ότι στο μέλλον θα τηρήσει την υποχρέωσή της για έγκαιρη καταβολή της μισθοδοσίας της, στις 24/1/2012 διακόπτει την επίσχεση εργασίας της και αναλαμβάνει τα καθήκοντά της αμέσως μετά την καταβολή του μισθού του Σεπτεμβρίου του 2011 από το λογιστήριο της εργοδότριας. Η εναγομένη, όμως, με την από 22/1/2012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας στις 23/1/2012, αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία της, επικαλούμενη την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, τη μειωμένη απόδοσή της και κατά λέξη ότι «η αδικαιολόγητη προβαλλόμενη δυσπιστία σας που ήταν όψιμη και μαρτυρούσε για ακόμη μία φορά την έλλειψη εκ μέρους σας του απαραίτητου και ελάχιστου πνεύματος συνεργασίας, η μόνιμη άρνησή σας να επιδείξετε την τόσο απαραίτητη για την παρούσα συγκυρία και αληθώς για πρώτη φορά ζητηθείσα εκ μέρους της εταιρείας μας καλή πίστη, συμπεριφορά πόρρω απέχουσα από αυτήν της συντριπτικής πλειοψηφίας του προσωπικού μας, σε συνδυασμό και με την παγιωθείσα μειωμένη απόδοσή σας, επισφραγίσατε τη στάση σας και επιβεβαίωσε τη βούλησή σας για τη λύση της εργασιακής σχέσης». Παρά την τελευταία εξώδικη δήλωση της εργοδότριας, στις 24/1/2012 η ενάγουσα εμφανίσθηκε στο κατάστημα – κομμωτήριο της εναγομένης, που βρίσκεται στην Πλατεία … στην Αθήνα για να εργασθεί, αλλά δεν της επιτράπηκε η είσοδος από τον υπεύθυνο του καταστήματος, ο οποίος ενήργησε κατ’ εντολή της εναγομένης. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι την ίδια ημέρα η ενάγουσα προσέφυγε στο τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικού Τομέα Αθηνών και κατέθεσε αίτηση για να ορισθεί ημερομηνία συζήτησης της εργατικής διαφοράς μεταξύ αυτής και της εναγομένης, που αφορούσε στη μη καταβολή των μισθών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011 και στη μη αποδοχή της εργασίας της μετά την διακοπή της επίσχεσης εργασίας, στην οποία προέβη λόγω της υπόσχεσης της εργοδότριας για τμηματική καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων μισθών της. Ότι η διαφορά αυτή συζητήθηκε στις 27/1/2012 και κατ’ αυτή οι διάδικοι, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ενέμειναν στις θέσεις που είχαν διατυπώσει στις εξώδικες δηλώσεις που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους το διάστημα από 3/1/2012 μέχρι και 23/1/2012, τις επανέλαβαν δε και με τις από 25/1/2012 εξώδικες δηλώσεις, που εκ νέου αντάλλαξαν. Ότι η ενάγουσα, που είναι έγγαμη και μητέρα δύο παιδιών, κάλυπτε τις βιοτικές της ανάγκες με το μισθό που εισέπραττε από την εργασία της στην εναγομένη. Ότι η τελευταία από τις αρχές του έτους 2011 είχε προγραμματίσει συστηματικά να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, όπως και όλου του προσωπικού της, και μόνο όσοι εργαζόμενοι είχαν ζητήσει κάποια καταβολή μισθού πριν από την προγραμματισμένη καθυστέρηση ή κάποια οικονομική ενίσχυση γενικώς λόγω πιεστικών οικονομικών αναγκών των ίδιων ή της οικογένειάς τους η εταιρεία ικανοποιούσε το αίτημά τους, ενώ ως μόνη εξόφληση των οφειλομένων μισθών αναφέρει η μάρτυρας Θ. Φ. την περίπτωση του εργαζόμενου Α. Π., επειδή χρειαζόταν χρήματα για νοσηλεία σε νοσοκομείο. Ότι, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα επί αρκετό χρονικό διάστημα παρουσίαζε μειωμένη απόδοση, επιδείκνυε μη επαγγελματική συμπεριφορά σε πελάτες και άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας για να διαταράξει την εργασιακή ειρήνη με στόχο να εξαναγκάσει την εργοδότρια να καταγγείλει την εργασιακή τους σύμβαση και να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, αν και επιβεβαιώνεται από τις ένορκες βεβαιώσεις κυρίως των Α. Λ. και Α. Κ., που εργάζονταν στο ίδιο κατάστημα με την ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος, διότι, εάν της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας είχε προηγηθεί μειωμένη απόδοση και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά της ενάγουσας, με σκοπό τον εξαναγκασμό της εργοδότριας να την απολύσει και να της καταβάλει την σχετική αποζημίωση, αυτό θα είχε επισημανθεί άμεσα στην από 4/1/2012 απάντηση της εναγομένης στην από 2/1/2012 έγγραφη αναγγελία της επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας, στην από 9/1/2012 εξώδικη απάντησή της, στην οποία χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «ουδέποτε σας θίξαμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ως εργαζόμενες και ως προσωπικότητες» και στην από 17/1/2012 εξώδικη απάντησή της, η οποία, μάλιστα, συντάχθηκε και κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα μετά τη δήλωση της εναγομένης στον αρμόδιο ΟΑΕΔ περί οικειοθελούς αποχώρησης της πρώτης. Ότι, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί αδιαφορίας, πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της ενάγουσας και δηλώσεων της τελευταίας «ας απολυθώ να τελειώνουμε», κρίνεται οψιγενής και μη αληθής, διότι περιέχεται για πρώτη φορά στην από 22/1/2012 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία απαντά στην από 19/1/2012 έγγραφη γνωστοποίηση της ενάγουσας ότι στις 24/1/2012, και μετά την καταβολή του μισθού του Σεπτεμβρίου του 2011, θα διέκοπτε την επίσχεση και θα επανερχόταν στην εργασία της. Εξάλλου, αν και τον ισχυρισμό αυτό επιβεβαιώνουν ένορκα, ως έχουσες προσωπική γνώση, οι προαναφερθείσες υπάλληλοί της, οι τελευταίες δεν καταθέτουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για να τον θεμελιώσουν, αλλά αρκούνται να επαναλαμβάνουν τους όψιμους ισχυρισμούς της εργοδότριάς τους και η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας δεν περιγράφεται στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Α. Π., ο οποίος επί δέκα οκτώ έτη απασχολείται ως υπεύθυνος στο κατάστημα της …, στο οποίο εργαζόταν και η ενάγουσα, αφού ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν κατέθεσε για αδιαφορία της, για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και για άσκηση εκ μέρους της του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας αποσκοπώντας να διαταράξει την εργασιακή ειρήνη και να εξαναγκάσει την εργοδότρια να την απολύσει και να της καταβάλει αποζημίωση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται εναργώς από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, όταν στις 4/1/2012 η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, είχε ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά της εναγομένης, σχετική με την παροχή της εργασίας της, δηλαδή είχε αξίωση για την καταβολή των ελάχιστων συμφωνηθέντων και δεδουλευμένων μισθών που αφορούσαν το διάστημα από 1/9/2011 μέχρι 31/12/2011. Επομένως, μέσα στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής της παροχής, απέχοντας από την εργασία της, ώσπου η εναγομένη-εργοδότρια να της καταβάλει τους ληξιπρόθεσμους μισθούς, οι οποίοι ήταν η κύρια πηγή του εισοδήματός της και τους οποίους η εναγομένη προγραμματισμένα και συστηματικά (και όχι εξαιτίας πρόσκαιρης δυσπραξίας) καθυστερούσε να της δώσει στα πλαίσια της προσπάθειάς της να διαχειρισθεί τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε επί ένα και πλέον έτος. Κατά συνέπεια, η επίσχεση εργασίας, στην οποία η ενάγουσα προέβη το διάστημα από 4/1/2012 μέχρι και 23/1/2012, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συγκεκριμένου δικαιώματος. Επιπλέον, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατήγγειλε σιωπηρώς τη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση, εμμένοντας στην επίσχεση εργασίας και αρνούμενη να παρέχει τις υπηρεσίες της και μετά την από 9/1/2012 «εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία-δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων» της εναγομένης, με την οποία την καλούσε να προσέλθει και να αναλάβει εργασία την επομένη από τη λήψη της, αφού η εναγομένη, όπως η ίδια δήλωνε, δεν εκπλήρωνε την υποχρέωση που τη βάρυνε ως εργοδότρια, δηλαδή δεν προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων μισθών που όφειλε στην ενάγουσα, αλλά της προσέφερε μόνο το μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου 2011. Συνακόλουθα, το διάστημα από 4/1/2012 μέχρι 23/1/2012, που η ενάγουσα προέβη σε επίσχεση εργασίας, η εναγομένη, που κατά τη διάρκειά της δεν κατέβαλε τις καθυστερούμενες αποδοχές, κατέστη υπερήμερη και οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές της σαν να εργαζόταν κανονικά. Ότι η υπερημερία της αυτή συνεχίστηκε και το διάστημα από 24/1/2012, που η ενάγουσα προσήλθε για να εργασθεί, αλλά αυτή δεν αποδέχθηκε τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, μέχρι και τις 30/5/2012, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν καταγγέλθηκε από την ενάγουσα. Κατόπιν τούτου, για μισθούς υπερημερίας του ως άνω διαστήματος η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.808,75 ευρώ (δηλαδή 1.161,75 ευρώ το μήνα Χ 5 μήνες). Επίσης, οφείλει να της καταβάλει για δώρο Πάσχα του έτους 2012 το ποσό 605,08 ευρώ (δηλαδή 1.161,75 Χ 1/2 Χ 1,041666) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους το ποσό των 580,87 ευρώ και συνολικά οφείλει να της δώσει 6.994,70 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας για επίσχεση εργασίας και κατόπιν τούτου ότι δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα το διάστημα από 4-1-2012 έως 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, ότι δεν έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας αυτής και υποχρέωσε την εναγομένη να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα στη θέση εργασίας που κατείχε πριν την άσκηση της επίσχεσης εργασίας και επιδίκασε στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας του έτους 2012 το συνολικό ποσό των 6.884,87 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη τoυ άρθρου 281 ΑΚ, αφού αφενός μεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως. Ειδικότερα, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) η αναιρεσίβλητη εργαζόταν στην αναιρεσείουσα εταιρεία από το έτος 1986 και ουδέποτε μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2010 είχε η τελευταία καθυστερήσει την καταβολή των αποδοχών της, β) εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, που έπληξε τη χώρα από το έτος 2009, η αναιρεσείουσα παρουσίασε από το έτος 2010 μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της, γ) το έτος 2011 αναγκάσθηκε να σταματήσει τη λειτουργία του καταστήματός της επί της οδού … στο Σύνταγμα και από τους εργαζόμενους που απασχολούσε σ’ αυτό κατήγγειλε τις συμβάσεις ορισμένων εργαζομένων της και μετέφερε τους υπόλοιπου,που ήταν και οι περισσότεροι, στα άλλα τρία καταστήματά της, δ) το Νοέμβριο του έτους 2011, προκειμένου να μειώσει το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού της κατά το επερχόμενο έτος 2012, χωρίς να προβεί σε απολύσεις άλλων εργαζομένων της, με έγγραφη ανακοίνωσή της κάλεσε τους υπαλλήλους της σε διαβούλευση για την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής απαχόλησης για τους επόμενους εννέα μήνες, ε) το Δεκέμβριο του έτους 2011 πρότεινε σε ορισμένους μισθωτούς της, μεταξύ των οποίων και στην αναιρεσίβλητη, να συνάψουν σύμβαση μερικής απασχόλησης με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους και αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την τελευταία, στ) στις 2-1-2012, που επιδόθηκε η δήλωση επίσχεσης εργασίας στην αναιρεσείουσα, η τελευταία είχε καθυστέρηση στην καταβολή των αποδοχών της αναιρεσίβλητης των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου 2011, μέρους των αποδοχών του Δεκεμβρίου 2011, οι οποίες δεν ήταν ληξιπρόθεσμες, αφού κατά τα συμφωνηθέντα έπρεπε να εξοφληθούν μέσα στο πρώτο τετραήμερο του επόμενου μήνα (Ιανουαρίου 2012), ενώ είχε καταβάλει εμπρόθεσμα το δώρο Χριστουγέννων 2011, ζ) η αναιρεσίβλητη, που είναι έγγαμη με δύο τέκνα από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2011, που δεν πληρώθηκε, κατέφυγε στην ανάλωση των ελάχιστων αποταμιεύσεών της και στο δανεισμό της από συγγενικά και φιλικά πρόσωπα για να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες της, η) αυτή, με τη δήλωση επίσχεσης κάλεσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές την επόμενη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης επίσχεσης, δηλαδή στις 3-1-2012, δηλώνοντάς της ότι σε περίπτωση μη καταβολής των οφειλομένων θα ασκήσει από τις 4-1-2012 το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, θ) στις 11-1-2012 η αναιρεσείουσα δήλωσε στην αναιρεσίβλητη ότι μόλις θα προσέρχονταν για εργασία θα της κατέβαλε το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 και για τους υπόλοιπους μισθούς τη διαβεβαίωνε ότι θα προβεί σε κάθε δυνατή και νόμιμη ενέργεια προκειμένου να την εξοφλήσει το συντομότερο, ι) στις 12-1-2012 η αναιρεσίβλητη δεν προσήλθε να εργασθεί, αλλά συνέχισε την επίσχεση εργασίας, αφού με το τελευταίο έγγραφο της αναιρεσείουσας δηλωνόταν σαφώς η πρόθεσή της να μην καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντων μισθών της, ια) στις 18-1-2012 για πρώτη φορά καλείται η αναιρεσίβλητη να προσέλθει στο λογιστήριο της αναιρεσείουσας σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για να εισπράξει τις δεδουλευμένες αποδοχές των ως άνω μηνών και συγκεκριμένα στις 24-1-2012 το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011, στις 7-2-2012 το μισθό του Οκτωβρίου 2011, στις 13-3-2012 το μισθό του Νοεμβρίου 2011 και στις 17-4-2012 το μισθό του Δεκεμβρίου 2011 και ιβ) η εναγομένη από τις αρχές του 2011 είχε προγραμματίσει συστηματικά και όχι από πρόσκαιρη δυσπραξία να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, όπως και όλου του προσωπικού της, αποβλέποντας να διαχειριστεί καλύτερα τα σοβαρά οικονομικά της προβλήματα, που διαρκούσαν επί ένα έτος, δεν δικαιολογείται η σχετική κρίση της ότι η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της ενάγουσας δεν παρίσταται καταχρηστική, ως μη υπερβαίνουσα προφανώς τα αντικειμενικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ως προς την καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της ενάγουσας περιστατικά, ήτοι:1) αν η αναιρεσίβλητη ειδοποίησε την αναιρεσείουσα για την πρόθεσή της να ασκήσει το δικαίωμα για επίσχεση εργασίας πριν τις 2-1-2012, που της επέδωσε την εξώδικη δήλωση, με την οποία της δήλωσε ότι από 4-1-2012 ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης και γι’ αυτό παύει να παρέχει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα, ώστε να δώσει σ’ αυτή εύλογο χρόνο να τακτοποιήσει τις οικονομικές της εκκρεμότητες, 2) αν είναι χρονικά αξιόλογη η καθυστέρηση καταβολής μέχρι τις 2-1-2012 των αποδοχών των μηνών Σεπτεμβρίου- Νοεμβρίου 2011 και εν όψει της παραδοχής ότι η εξόφληση του Δεκεμβρίου έπρεπε να γίνει στο πρώτο τετραήμερο του Ιανουαρίου 2012, αφού προηγουμένως υπολογίσει η αναιρεσείουσα το ποσοστό επί της παραγωγής της αναιρεσίβλητης του μηνός Δεκεμβρίου, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να γίνει μέχρι τις 3-1-2012, 3) από πότε έγινε τρίμηνη και τετράμηνη η καθυστέρηση στην καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της αναιρεσίβλητης, η οποία αρχικά ήταν μηνιαία, 4) αν είναι ή όχι αξιόχρεη και αξιόπιστη η αναιρεσείουσα εταιρεία, στην οποία η αναιρεσίβλητη απασχολείται από το έτος 1986 και εφόσον αυτή δεν καθυστερούσε τις αποδοχές του προσωπικού της μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2010, που άρχισε να τις καθυστερεί κατά ένα μήνα περίπου, και αργότερα, που της καθυστερούσε από ένα έως τέσσερις μήνες, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την ελληνική οικονομία και είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του κύκλου εργασιών της και την οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της, 5) αν η αναιρεσείουσα καθυστερούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της και έναντι άλλων οφειλετών της, όπως τους προμηθευτές της, το ΙΚΑ και το Δημόσιο, 6) αν η αντιπαροχή της αναιρεσείουσας εργοδότριας είναι ή όχι σημαντική με βάση όχι μόνο τις ανάγκες της αναιρεσίβλητης αλλά και με βάση τις λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, 7) αν η καθυστέρηση στην πληρωμή των ανωτέρω αναφερόμενων αποδοχών οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και όχι σε δικαιολογημένη ταμειακή της δυσχέρεια, καθόσον η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ‘ ‘ είχε προγραμματίσει συστηματικά να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, όπως και όλου του προσωπικού της’ ‘ δεν καταδεικνύει τι ακριβώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό και ιδίως αν μπορούσε η αναιρεσείουσα να είναι εμπρόθεσμη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, παρά τις οικονομικές αντιξοότητες που προήλθαν από την οικονομική κρίση, και παρά ταύτα από κακοβουλία δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της και 8) αν η στάση της αναιρεσίβλητης προκάλεσε ή όχι δυσανάλογη ζημία στην αναιρεσείουσα σε σχέση με το επιδιωκόμενο με την επίσχεση αποτέλεσμα. Eπομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου,κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο μοναδικός λόγος των από 21-9-2016 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους επισημαίνεται η ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της οικειοθελούς αποχώρησης της αναιρεσίβλητης από την εργασία της από τις 13-1-2012, επειδή δεν επικαλείται: α) κλονιστικά γεγονότα, αναγκαία για την εξακολούθηση της ένδικης σύμβασης εργασίας σχέσης εμπιστοσύνης, όπως η υποβολή μηνύσεως από μέρους της αναιρεσίβλητης κατά του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, οι ύβρεις κατ’ αυτού και η δημιουργία επεισοδίων έξω από το κομμωτήριο, παρουσία πελατών, β) περιστατικά για τη μειωμένη απόδοση της αναιρεσίβλητης σε σχέση με άλλες συναδέλφους της, εκτεινόμενα σε βάθος χρόνου, που δεν αποτελούν στιγμαίες εκδηλώσεις συμπεριφοράς αυτής, αλλά μια παγιωμένη από καιρό στάση, η οποία βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τη μεμονωμένη και προσχηματική δήλωση αυτής στο εξώδικο ότι επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης της με την αναιρεσείουσα και γ) γιατί έπρεπε τα γεγονότα της μειωμένης απόδοσης και της αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης να τα περιλάβει η αναιρεσείουσα στις εξώδικες από 4-1-2012, 9-1-2012 και 17-1-2012 δηλώσεις της προς την αναιρεσίβλητη, αυτό (σκέλος) είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, πρωτίστως διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά και διότι οι αιτιάσεις αυτές, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν στο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν του ότι μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας πλήττεται πλέον η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ. αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναίρεσης, συνάγεται ομολογία (Α.Π 447/2015, 156/2014, 1322/2014, 297/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, ότι ήταν αληθές το περιεχόμενο της δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης αυτής από την εργασία της, την οποία (δήλωση) κατέθεσε η αναιρεσείουσα στον ΟΑΕΔ, η δε εξώδικη αυτή ομολογία συνάγεται από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την Εισαγγελική Διάταξη με αριθμό ΕΓ-53-13/157/ 54Δ/13, με την οποία τέθηκε στο αρχείο για λόγους ουσιαστικούς η έγκληση της αναιρεσίβλητης σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας για το έγκλημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, καθόσον κρίθηκε με την εν λόγω Εισαγγελική Διάταξη ότι η υποβολή προς τον ΟΑΕΔ της από 13-1-2012 δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης δεν ήταν ψευδής και η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε προσφυγή κατ’ αυτής εντός τριμήνου, όπως είχε δικαίωμα, αποδεχθείσα έτσι την αλήθεια του ως άνω γεγονότος. Και ότι αυτή επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου την επίμαχη εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στις 13-1-2002. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έγινε εκτίμηση από το Εφετείο, εκτός των άλλων, και «των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι’ ‘ , σε συνδυασμό με το αιτιολογικό αυτής, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η ανωτέρω Εισαγγελική Διάταξη. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφο, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, από το οποίο, κατά τον αναιρετικό λόγο, συνάγεται εξώδικη ομολογία.
Συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
6. Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1056/2014, 1663/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων :α) της από 9-1-2012 εξώδικης δήλωσής της προς την αναιρεσίβλητη, που, ενώ στο ως άνω έγγραφο, κατά την παρατιθέμενη αυτολεξεί περικοπή του, η αναιρεσείουσα απευθυνόμενη προς την αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι ‘ ‘ εις ένδειξη ειλικρινούς εκ μέρους της εταιρείας μας διάθεσης θα σας καταβάλουμε έναντι των οφειλομένων την μισθοδοσία του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 σε εκάστη εξ υμών άμα τη εμφανίσει στις εγκαταστάσεις μας προς ανάληψη εργασίας… Για το υπόλοιπο των οφειλομένων μισθοδοσιών μηνών Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011 και της μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2011 μετά την εκκαθάρισή της, σας διαβεβαιώνουμε και πάλι ότι θα προβούμε σε κάθε δυνατή και νόμιμη ενέργεια προκειμένου να σας εξοφλήσουμε το συντομότερο’ ‘ , το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνήγαγε ότι από το έγγραφο αυτό αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δήλωνε ότι δεν θα προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων μισθών που όφειλε στην αναιρεσίβλητη, αφού της πρόσφερε μόνο το μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 και β) της από 22-1-2012 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, στην οποία εκθέτει, κατά την παρατιθέμενη αυτολεξεί περικοπή , ότι ‘ ‘ οι διαλαμβανόμενοι στις εξωδίκους σας ισχυρισμοί σας αυτοαναιρούνται και αυτοδιαψεύδονται, ευρίσκονται δε σε πλήρη αναντιστοιχία με τις ενέργειές σας και την πραγματική κατάσταση της μόνιμης πλέον, όπως εξελίχθηκε, μη παροχής εργασίας εκ μέρους σας στην εταιρεία μας. Η εταιρεία ουδέν άλλο σας οφείλει εκ της κατά τα ανωτέρω λυθείσης σχέσεως εργασίας, πέραν των αναλυομένων για την κάθε μία εξ υμών στην από 17-1-2012 εξώδικο της εταιρείας μας, ποσά που κι εσείς συνομολογήσατε ως αληθή και πραγματικά δηλώνοντας ότι αυτά τα ποσά αποδέχεστε να εισπράξετε κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο και τόπο’ ‘ , το Εφετείο όμως,με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνήγαγε ότι από το έγγραφο αυτό αποδείχθηκε ότι ‘ ‘ η εναγομένη με την από 22-1-2012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας στις 23-1-2012, αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία της (ενάγουσας), επικαλούμενη την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, τη μειωμένη απόδοσή της …’ ‘ , ενώ από το έγγραφο αυτό, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της, απέχοντας από την εργασία της και αγνοώντας τις επανειλημμένες εκκλήσεις της να επανέλθει στη θέση εργασίας της και ότι δεν υπάρχει άλλη εκκρεμής οφειλή πέραν όσων είχε αναγνωρίσει η αναιρεσείουσα με προηγούμενες εξώδικες δηλώσεις της. Όμως, εν όψει της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων που έγιναν δεκτοί, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που εκτείνεται και καλύπτει το δια του σκέλους με το στοιχείο α’ πληττόμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα αυτού. Το υπό στοιχείο β’ σκέλος του τρίτου λόγου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι το Εφετείο, εκτιμώντας και αξιολογώντας το περιεχόμενο της από 22-1-2012 εξώδικης δήλωσης μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ορθά διέγνωσε το περιεχόμενό του και απλά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, ενώ, εξάλλου, τη σχετική του κρίση το Εφετείο δεν τη στήριξε αποκλειστικά ή κύρια στο έγγραφο αυτό.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου,κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
7. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και κατά παραδοχή του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2030/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια επτακόσια (1.700) ευρώ. »

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τους εργαζομένους, τα σωματεία τους και τους νομικούς τους συμβούλους, πριν αποφασίσουν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης ή/και κατά τη διάρκειά της, να ενημερώνονται για τα νέα σε βάρος τους δικαστικά δεδομένα από την παραπάνω απόφαση αναφορικά με ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα της εργατοϋπαλληλικής τάξης στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Για την ΕΝΥΠΕΚΚ
Ο Πρόεδρος
Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Νόμιμη η πρόσβαση των εργοδοτών στους Η/Υ των υπαλλήλων κατά τον Άρειο Πάγο!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

19/7/2017

 

 

Νόμιμη η πρόσβαση των εργοδοτών

στους υπολογιστές των υπαλλήλων τους!!

 

Αρνητική εξέλιξη για τα δικαιώματα των Ελλήνων εργαζομένων στους χώρους εργασίας!

 

Ιδού η απόφαση!

 

 

Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπ’αριθ. 1/2017 απόφαση Ολομέλειας Αρείου Πάγου), είναι θεμιτό οι εργοδότες να αναζητούν και να χρησιμοποιούν, σε βάρος των εργαζομένων τους, στοιχεία που περιέχονται στους σκληρούς δίσκους των Η/Υ των εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους και να μπορούν να τα χρησιμοποιούν νόμιμα σε ποινικές και αστικές δίκες εναντίον τους!!

Ιδού η απόφαση!

Αριθμός 1/2017

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: ……

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2016, …

Της αναιρεσείουσας – καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΕ …» που εδρεύει στον …

Των αναιρεσιβλήτων – καθών η κλήση: ……

(……)

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-5-2007 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και την από 5-2-2008 αγωγή των 1ου, 2ου, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5284/2009 μη οριστική που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 4370/2011 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3963/2012 μη οριστική και 5901/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2014 αίτησή της (με αριθμό κατάθεσης …28-2-2014), επί της οποίας εκδόθηκε η 1155/2015 απόφαση του Α2’ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγους της από 25 Φεβρουαρίου 2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΕ …» περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Με την από 16 Οκτωβρίου 2015 κλήση της αναιρεσείουσας η υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

(……)

Ο Εισαγγελέας ακολούθως, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της από 28-2-2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΕ …» για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών γιατί είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Κατά την 12η Ιανουαρίου 2017, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ……

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 294 και 297 αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ` αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 744/1982, ΑΠ 50/2014, ΑΠ 2249/2014, ΑΠ 1697/2008).

Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 παρ. 1α, 287, 288 και 290 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 286 και 287 αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, εάν μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που μπορεί να γίνει από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του αποβιώσαντος. Επί απλής ομοδικίας η διακοπή επέρχεται μόνο ως προς τον αποβιώσαντα ομόδικο και δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς, όπως τούτο συνάγεται εξ αντιδιαστολής του άρθρου 288 ΚΠολΔ ( ΑΠ 379/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε νόμιμα από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον δεύτερο (Γ. Π.), τέταρτη ανώνυμη εταιρεία (…) και πέμπτη ανώνυμη εταιρεία (…) των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (καίτοι ούτοι δεν κλήθηκαν κατά την συζήτηση της υποθέσεως). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί πως η εν λόγω αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς και να απορριφθεί ως μη νόμιμο το περί του αντιθέτου αίτημα των πρώτου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

II . Με την υπ’ αριθ. 1155/2015 ομόφωνη απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ.2 εδ. γ’ του Ν.1756/1988 και 563 παρ.2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, τα ζητήματα, α) της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής και β) αν η συνταγματική προστασία της επικοινωνίας έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή του εργοδότη του, δημιουργεί και χρησιμοποιεί, πέραν της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έθεσε στη διάθεση του η επιχείρηση, προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, λαμβάνοντας μέτρα που αποκλείουν την πρόσβαση σ’ αυτήν οιουδήποτε τρίτου, και δ’ αυτής αποστέλλει και δέχεται ηλεκτρονικά μηνύματα που δεν αφορούν την υπό στενή έννοια ιδιωτική του ζωή, αλλά αφορούν αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εργάζεται πράξεις.

III. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, από το 1979 δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα εμπορίου ξυλείας, αντιπροσωπεύουσα μεγάλο αριθμό οίκων του εξωτερικού και εισάγει στην Ελληνική αγορά πολύ μεγάλο μερίδιο της εισαγόμενης στην Ελλάδα ξυλείας. Τον Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2006 παραιτήθηκαν από την αναιρεσείουσα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη πρώτοι αναιρεσίβλητοι, από τους οποίους, ο μεν πρώτος από το έτος 1987 μέχρι την 29-9-2006 ήταν Γενικός Διευθυντής της και από το Μάιο του 1996 μέχρι την 29-9-2006 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε δεύτερος, που προσλήφθηκε το έτος 1993, ως υπάλληλός της, ανέλαβε από το έτος 1996 τη διεύθυνση πωλήσεων και από τον Ιούνιο του 2005 εξελέγη και διετέλεσε, μέχρι την 15-11-2006, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Οι δύο αυτοί αναιρεσίβλητοι προσχώρησαν στη συνέχεια ως υψηλόβαθμα στελέχη σε άλλη εταιρεία εμπορίας ξυλείας, ανταγωνιστική της αναιρεσείουσας, και έγιναν ο πρώτος πρόεδρος και ο δεύτερος αντιπρόεδρος αυτής. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, όταν κλήθηκε κατά την αποχώρησή του, να ενημερώσει και να παραδώσει στον επόμενο γενικό διευθυντή της αναιρεσείουσας το αρχείο των συμβάσεων πελατών, τη σχετική αλληλογραφία με τους αντιπροσωπευομένους οίκους και τους πελάτες, τις παραγγελίες και όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν μηχανογραφηθεί και τύχει επεξεργασίας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που του είχε διαθέσει η αναιρεσείουσα και ήταν ιδιοκτησίας της, αρνήθηκε κάθε συνεργασία, υποστηρίζοντας ότι τα σχετικά αρχεία δεν υπήρχαν πλέον, διότι είχαν διαγραφεί και καταστραφεί από αυτόν. Τον Νοέμβριο του 2006, τρεις από τους σημαντικότερους οίκους, που η αναιρεσείουσα αντιπροσώπευε αποκλειστικά στην Ελλάδα, κατήγγειλαν την συνεργασία τους μαζί της. Ταυτόχρονα, αποφάσισαν να συνεργασθούν με την εταιρεία στην οποία είχαν προσχωρήσει οι άνω αναιρεσίβλητοι. Η αναιρεσείουσα ζήτησε στις 17-1-2007 από τρεις ειδικούς πραγματογνώμονες, διαπιστευμένους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για θέματα ηλεκτρονικού εγκλήματος, να επιχειρήσουν να αναζητήσουν και να επαναφέρουν από τους σκληρούς δίσκους των εταιρικών υπολογιστών των άνω αναιρεσιβλήτων τα διαγραμμένα αρχεία και να ταξινομήσουν τα αποτελέσματα στους αντίστοιχους φακέλους. Μετά από τη σχετική έρευνα οι πραγματογνώμονες παρέδωσαν στην αναιρεσείουσα το πόρισμά τους. Από το πόρισμα προέκυψε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι οι άνω αναιρεσίβλητοι, ήδη από το 2004, προέβησαν σε σωρεία αθέμιτων ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος της αναιρεσείουσας δια μέσου εταιρειών δικών τους συμφερόντων -μιας κυπριακής και μιας ελληνικής- και είχαν από έτους και πλέον μεθοδεύσει την μεταπήδησή τους στην ελληνική ανταγωνίστρια εταιρεία, παρασύροντες σε αυτήν ξένους οίκους, τους οποίους αντιπροσώπευε αποκλειστικά η αναιρεσείουσα. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα άσκησε τις από 11-5-2007 δύο αγωγές κατά των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της, κατά της κυπριακής εταιρείας, κατά της ελληνικής ανταγωνιστικής εταιρείας στην οποία αυτοί προσχώρησαν, και κατά των ξένων οίκων που η αναιρεσείουσα προηγουμένως αντιπροσώπευε, διεκδικώντας αποζημίωση λόγω αθεμίτου ανταγωνισμού και λόγω ακυρότητας των γενομένων καταγγελιών των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας. Οι δύο αγωγές απορρίφθηκαν με την 4370/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αρνήθηκε να λάβει υπ’ όψη τα ανασυρθέντα έγγραφα από τους υπολογιστές των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως αποτελούντα παρανόμως συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ακολούθως, ασκήθηκε έφεση από την αναιρεσείουσα και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, ότι τα ως άνω έγγραφα, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του. Ειδικότερα σε σχέση με τους παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια λόγους, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα, για την απόδειξη των ισχυρισμών της, προσκομίζει και επικαλείται, εκτός των άλλων, αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων διαφόρων κειμένων και μηνυμάτων, τα οποία ,όπως αποδεικνύονται, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την από την ίδια, έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, αποτέλεσαν αντικείμενο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του δεύτερου αναιρεσίβλητου, με τρίτα, πλην της αναιρεσείουσας, πρόσωπα, που έλαβε χώρα διαμέσου προσωπικού λογαριασμού του τελευταίου, ενώ στη συνέχεια αποθηκεύθηκαν στους σκληρούς δίσκους υπολογιστών ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας αποκλειστικής χρήσης των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, από όπου και διαγράφηκαν πριν την παράδοση των υπολογιστών στην αναιρεσείουσα, ότι τα αρχεία αυτά περιήλθαν στη γνώση και την κατοχή της αναιρεσείουσας, χωρίς τη συναίνεση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και ότι κατ’ ακολουθία, τα έγγραφα αυτά συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση αίτηση, δύο εκ των λόγων της οποίας και δη οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 11 γ’ ΚΠολΔ ( ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 19 παρ.1 του Συντάγματος και για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των άνω εγγράφων), ως αναφερόμενοι σε ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια.

  1. Κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος : «1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2 (όπως η παράγραφος αυτή προσετέθη, μαζί με την παράγραφο 3, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής). Νόμος ορίζει τα σχετικά με την συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α».

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του εκτελεστικού του Συντάγματος ν.3115/2003: «1. Συνιστάται, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο». Περαιτέρω η συνταγματική προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας ολοκληρώνεται με τη θέσπιση ποινικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών, με το άρθρο 370 Α του Ποινικού Κώδικα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημοσίων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων της παραγράφου 2, με αυτές θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών ( ΣτΕ 1091/2015). Στην έννοια του απορρήτου εμπίπτει κατ’ αρχήν το περιεχόμενο της επικοινωνίας, με όποιο τρόπο και αν αυτή διεξάγεται. Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ’ εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντάγματος., που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης) αλλά το απόρρητο του μηνύματος. Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές) αλλά και οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών. Και τούτο, είτε η επικοινωνία πραγματοποιείται από την κατοικία είτε από τον χώρο εργασίας των επικοινωνούντων. Το άρθρο 19 παρ.1 του Συντάγματος προστατεύει μόνο την «επικοινωνία σε οικειότητα και όχι την επικοινωνία σε δημοσιότητα». Αν και χαρακτηρίζεται ως «απόλυτο», το απόρρητο αίρεται κατά τους όρους που θέτει η ίδιο συνταγματική διάταξη. Το ζήτημα της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής, δεν έχει αντιμετωπιστεί από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ενώ στη θεωρία έχουν υποστηριχθεί δύο αντίθετες απόψεις.

Σύμφωνα με μία άποψη, που αποτελεί μειοψηφία, η συνταγματική προστασία του απορρήτου εκτείνεται και μετά τη λήξη της επικοινωνίας και μέχρι να εκφραστεί αντίθετη θέληση των επικοινωνούντων. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν οι Κ. Χρυσόγονος, στο έργο του, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ.256 επ., και ο Στ. Τσακυράκης, στη μελέτη του, Το απόρρητο της επικοινωνίας, ΝοΒ 1993, σελ. 995. Σύμφωνα με την άλλη άποψη, που είναι η κρατούσα και δέχεται ως ορθότερη, η συνταγματική προστασία του απορρήτου εντοπίζεται κατά το στάδιο της επικοινωνίας, δηλαδή κατά τον χρόνο που αυτή πραγματοποιείται και λήγει με τη λήξη της. Η προστασία του απορρήτου τελειώνει από την στιγμή που ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος. Από το χρονικό σημείο λήξης της επικοινωνίας και έπειτα κάθε στοιχείο (μήνυμα και εξωτερικά στοιχεία) μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων ( άρθρα 9 και 9 Α του Συντάγματος, αντιστοίχως ), αλλά δεν καλύπτεται πλέον από την συνταγματική προστασία του απορρήτου. Τούτο δέχονται από παλιά η συνταγματική θεωρία και η νομολογία στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ( βλ. μεταξύ άλλων, Ν.Ν. Σαρίπολο, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου της Ελλάδος, 1923 σελ. 146-147, Αρ. Μάνεση, Συνταγματικά δικαιώματα, Α’ Ατομικές ελευθερίες, δ’ έκδοση, 1982, σελ. 232 επ., Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά δικαιώματα, 2012, δ’ έκδοση, σελ. 353 επ., Ν. Παπαδόπουλο, Προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, Ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 19 του Συντάγματος, Νομική Βιβλιοθήκη 2008, σελ. 390 επ., Παν. Τσίρη, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας, 2002, σελ. 100-101, Ν.Κ. Αλιβιζάτο, στη Γνωμοδότησή του από 17.10.2011). Έτσι και τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που όπως προαναφέρθηκε εμπίπτουν και αυτά στο απόρρητο των ανταποκρίσεων, προστατεύονται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19 Συντάγματος μόνο κατά το στάδιο της επικοινωνίας. Μετά την ολοκλήρωσή της, ηλεκτρονικά μηνύματα που διατηρεί ο αποστολέας ή ο παραλήπτης τους σε τυπωμένη μορφή ή στον υπολογιστή του, χωρίς χρήση κωδικού πρόσβασης, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 19 παρ.1 Συντάγματος, αλλά σε εκείνο των διατάξεων 9 και 9 Α του Συντάγματος. Ειδικά για τα ηλεκτρονικά μηνύματα και το ότι αυτά δεν καλύπτονται από τις εγγυήσεις του απορρήτου, μετά την ανάγνωσή τους, έχει εκδοθεί η από 2-3-2006 απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω μηνύματα, από τη στιγμή που έχουν αποθηκευθεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του παραλήπτη τους δεν προστατεύονται από το απόρρητο των επικοινωνιών (άρθρο 10 παρ.1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης), αλλά με βάση το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού (άρθρο 1 παρ.1 και 2 παρ.1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης). Αντιθέτως, το προϊόν τηλεφωνικής υποκλοπής, όπως έχει αποτυπωθεί σε μαγνητοταινία, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 19 παρ.1 του Συντάγματος, διότι δεν μπορούσε να συλλεγεί παρά μόνο κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας, και για το λόγο αυτόν και η αυστηρή μεταχείριση της χρήσης και ειδικότερα της αναμετάδοσης του προϊόντος υποκλοπής όχι μόνο τη στιγμή που αυτή πραγματοποιείται ,αλλά και πολύ μεταγενέστερα. Να σημειωθεί τέλος ότι στην υπ’ αριθ. 6/2008 Γνωμοδότησή του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δέχεται ότι ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή δεν αποτελεί είδος επικοινωνίας και ότι, συνεπώς, τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν εμπίπτουν στην προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα αναζητηθέντα και επανεφερθέντα (ανασυρθέντα) αρχεία, δεν υπεκλάπησαν κατά την διάρκεια επικοινωνίας και δεν αφαιρέθηκαν από προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας εταιρείας με διάρρηξη μυστικού κωδικού πρόσβασης, αλλά από τον σκληρό δίσκο των εταιρικών υπολογιστών, που αυτοί χρησιμοποιούσαν. Και τούτο, μετά την άρνησή τους να παραδώσουν στην αναιρεσείουσα τα σχετικά έγγραφα–είτε τυπωμένα είτε ως ηλεκτρονικά αρχεία– προκειμένου η τελευταία να συνεχίσει απρόσκοπτα την επιχειρηματική δράση της. Συνεπώς υπό τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα αρχεία δεν καλύπτονταν από το απόρρητο των ανταποκρίσεων και δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος.

  1. Περαιτέρω, επικουρικά, για τα ζητήματα, α) αν τα ως άνω επίμαχα ανασυρθέντα αρχεία και τα ηλεκτρονικά μηνύματα καλύπτονται από το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και την προστασία των προσωπικών δεδομένων και β) αν η συνταγματική προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων έχουν εφαρμογή και στην άνω περίπτωση που τα ανασυρθέντα αρχεία και τα ηλεκτρονικά μηνύματα δεν αφαιρέθηκαν από προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας εταιρείας με διάρρηξη μυστικού κωδικού πρόσβασης, αλλά από τον σκληρό δίσκο των εταιρικών υπολογιστών, που αυτοί χρησιμοποιούσαν και τα οποία (ηλεκτρονικά μηνύματα ) αφορούν αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εργάσθηκαν πράξεις, πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Συντάγματος : «Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας». Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ ,σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος : «Κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο δια την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ’ αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων του εκείνων που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο ο ίδιος κάθε φορά προσδιορίζει. Έτσι, εκτός από την ερωτική ζωή, τα ζητήματα υγείας και την οικογενειακή ζωή του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή. Έτσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει κρίνει ότι τα τηλεφωνήματα και η ηλεκτρονική αλληλογραφία από τον χώρο της δουλειάς ενδέχεται να θεωρηθούν ιδιαίτερες εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου και να προστατεύονται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Το ίδιο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, πρώην ΔΕΚ), που, ενώ στην αρχή ( 1989) είχε αποφανθεί ότι το αντικείμενο της προστασίας του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ «αφορά το πεδίο της ανάπτυξης της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου και, επομένως, δεν μπορεί να επεκταθεί στους χώρους εμπορικών δραστηριοτήτων», στη συνέχεια (2008) προσέγγισε την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ανασυρθέντα αρχεία, περιελάμβαναν όχι μόνον έγγραφα της εργοδότριας αναιρεσείουσας, αλλά και (προσωπικά) ηλεκτρονικά μηνύματα και επιστολές, τις οποίες είχαν απευθύνει προς τρίτους–πελάτες της αναιρεσείουσας, ανταγωνιστές της, αλλά και αντιπροσωπευομένους από αυτήν–οι παραιτηθέντες πρώην υπάλληλοί της, προετοιμάζοντας την αποχώρησή τους. Αν και στενά συνδεδεμένη με την εμπορική και την εν γένει επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας, η σχετική αλληλογραφία είναι «προσωπική» «ιδιωτική», δηλαδή εμπίπτει στην έννοια της «ιδιωτικής ζωής». Και τούτο, για το λόγο ότι η εν λόγω αλληλογραφία απέβλεπε στην εξυπηρέτηση των προσωπικών συμφερόντων των παραιτηθέντων υπαλλήλων (εις βάρος βέβαια των συμφερόντων της τελευταίας).

Συνεπώς υπό τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα αρχεία αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή των αναιρεσιβλήτων και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 παρ.1 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ.

  1. Κατά το άρθρο 9 Α του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001, προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο : «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων ,όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή ,που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ήτοι το δικαίωμα του λεγόμενου «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» ή «αυτοδιάθεσης των πληροφοριών». Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες ( ΣτΕ 1616/2012). Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο, με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις πέντε ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα με τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», προστατευτέα προσωπικά δεδομένα είναι μόνον όσα αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα. Τούτο προκύπτει από τις περ. (α) και (γ) αντιστοίχως του άρθρου 2 του ν.2472/1997, οι οποίες ορίζουν ως προσωπικά δεδομένα «κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων» και ως «υποκείμενο των δεδομένων», «το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ’ του άνω ν. 2472/1997 ως «επεξεργασία» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή» (ΑΠ 474/2016). Να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, έχει εφαρμογή ο άνω ν. 2472/1997 και όχι ο ν. 3471/2006 «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών …», ο οποίος στο άρθρο 3 με τίτλο «Πεδίο Εφαρμογής», όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 169 Ν.4070/2012, ορίζει :

«1. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του παρόντος νόμου έχουν εφαρμογή κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών, στο πλαίσιο της παροχής διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών περιλαμβανομένων αυτών που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης. Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μη διαθεσίμων στο κοινό δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφαρμόζεται ο ν. 2472/1997, όπως ισχύει. 2. Ο ν. 2472/1997, όπως ισχύει, και οι εκτελεστικοί του άρθρου 19 του Συντάγματος νόμοι, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται για κάθε ζήτημα σχετικό με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που δεν ρυθμίζεται ειδικότερα από τον παρόντα νόμο». Στην προκειμένη περίπτωση, οι πληροφορίες, που περιλαμβάνονται στα ως άνω αρχεία, που ανασύρθηκαν από τους εταιρικούς υπολογιστές τους οποίους χρησιμοποιούσαν οι πρώην παραιτηθέντες υπάλληλοι, αν και αφορούσαν και την επιχειρηματική δράση της εργοδότριας αναιρεσείουσας εταιρείας και τις υποθέσεις της, συνιστούν προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων. Και τούτο, για το λόγο ότι η ηλεκτρονική αυτή αλληλογραφία και ανταλλαγή των κρισίμων πληροφοριών εξυπηρετεί προεχόντως τα προσωπικά συμφέροντα και σχέδια των υπαλλήλων. Συνεπώς, τα επίμαχα αρχεία πρέπει να χαρακτηρισθούν ως προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 Α του Συντάγματος 3.Τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δεν είναι απόλυτα. Όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, μπορούν να περιορισθούν αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά, ορίζοντας «Τα δικαιώματα του ανθρώπου …τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί….πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο…και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξάλλου, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και απρόσωποι και να προβλέπονται από τον νόμο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι τυπικός. Τέλος, τα ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την ως άνω παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 25 του Συντάγματος, «τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν». Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ’ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου. Κατά πάγια πλέον νομολογία ,ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι, κατ’ αντιδιαστολή προς την προσωπική και ιδιωτική ζωή, η εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχων, οι οποίοι, εκτός εργασίας θα ήταν ανεπίτρεπτοι. Έτσι, όπως έχει κριθεί, είναι θεμιτή η μαγνητοσκόπηση ταμιών καταστήματος εν ώρα εργασίας, διότι η εργασία την οποία αυτοί παρέχουν υπόκειται στον έλεγχο του εργοδότη, δεδομένου ότι η παραπάνω μαγνητοσκόπηση δεν ανάγεται στην σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων ( ΑΠ 874/2004, η οποία αφορά τη γνωστή υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων από το παγκάρι του ιερού ναού προσκυνήματος …). Προς την ίδια κατεύθυνση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει κρίνει ότι, στο πλαίσιο της λειτουργίας της επιχείρησης και, ειδικότερα, στον χώρο εργασίας, είναι επιτρεπτές πιο εκτεταμένες επεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των εργαζομένων απ’ ό,τι εκτός αυτού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού «απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 991/2014 ,ΑΠ 249/2014). Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο δηλαδή προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ` επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΑΠ 991/2014). Από τις διατάξεις των άρθρων 652 και 288 ΑΚ και 16 του ν. 146/1914 προκύπτει ότι ο μισθωτός, ο οποίος έχει καθήκον πίστης προς τον εργοδότη του, υποχρεούται να μη ενεργεί ανταγωνιστικές πράξεις, οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότη. Τέτοιες πράξεις, πλην άλλων, είναι η άσκηση για δικό του λογαριασμό, με άγνοια του εργοδότη, εμπορικών εργασιών, ομοίων προς τις πράξεις του τελευταίου, ως και η εξυπηρέτηση πελατών του εργοδότη απ` ευθείας από τον μισθωτό ( ΑΠ 1285/1984). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 εδ. α’ , β’ και γ’ του ν. 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα «για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. «. Έτσι ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων επιτρέπεται αποκλειστικά καταρχήν για τους σκοπούς που συνδέονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης και την οργάνωση της εργασίας. Η διαπίστωση της «συμβατότητας» μεταξύ της συλλεγόμενης πληροφορίας και της σχέσης απασχόλησης δεν μπορεί να γίνει σε αφηρημένη βάση αλλά θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά στάθμιση in concreto των συμφερόντων των εργαζομένων και των δικαιωμάτων των εργοδοτών, λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα όπως το είδος της εργασίας για την οποία γίνεται η συλλογή και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ή το εάν η συλλογή και επεξεργασία γίνεται κατά το στάδιο της πρόσληψης ή το στάδιο της λειτουργίας της σχέσης εργασίας. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά χρειάζονται, ενόψει των σκοπών επεξεργασίας. Η συλλογή και επεξεργασία πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επεμβαίνει όσο το δυνατόν λιγότερο στην προσωπική ζωή του εργαζόμενου, με ηπιότερα μέσα επίτευξης του σκοπού για τον οποίο συγκεντρώνονται οι πληροφορίες. Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία θα πρέπει να διενεργείται για τον σκοπό για τη θεραπεία του οποίου αποσκοπεί και όχι για άλλο σκοπό (ΣτΕ 1616/2012). Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω ν. 2472/1997 ορίζει: «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του». Ο θεμελιώδης όμως αυτός κανόνας, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου, δεν είναι απόλυτος. Έτσι ο ίδιος ο ν. 2472/1997 -ο οποίος επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την κοινοτική Οδηγία 95/46/ΕΚ -ορίζει στο άρθρο 5 παρ.2 α’ έως ε’ ότι, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου, οσάκις αυτή «είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας…..και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών». Έτσι η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού, και της ικανοποιήσεως και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (ΣτΕ 1616/2012, ΣτΕ 2254/2005), όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος) και της επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρα 5 και 106 παρ.2 Συντάγματος). Τέτοιο έννομο συμφέρον αποτελεί η άσκηση της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη καθώς και η άσκηση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου και ιδίως η περίπτωση ,κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσκόμιση των προσωπικών δεδομένων από τον εργοδότη ενώπιον του δικαστηρίου και διοικητικών ή ανεξάρτητων αρχών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του. Μπορεί να είναι κάθε είδους δικαστήρια, πολιτικά, ποινικά ή διοικητικά, με οποιαδήποτε διαδικασία, και με οποιαδήποτε ιδιότητα και αν μετέχει ο εργοδότης, όπως ενάγων ή εναγόμενος. Ειδικότερα, όπως έχει κρίνει κατ’ επανάληψη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η χρήση ενώπιον δικαστηρίου προσωπικών δεδομένων που έχουν συλλεγεί χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ενδιαφερομένου είναι θεμιτή αν «ο επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα» (Αρχή Προστασίας Δεδομένων, 8/2005, 9/2005 και 57/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, τα κρίσιμα αρχεία περιλαμβάνουν έγγραφα και άλλα στοιχεία τα οποία οι πρώην υπάλληλοι της αναιρεσείουσας συνέταξαν, απέστειλαν ή και παρέλαβαν στον χώρο εργασίας τους με χρήση εταιρικών υπολογιστών. Επί πλέον, δεν χρησιμοποιούσαν προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, αλλά εταιρική, την οποία η αναιρεσείουσα τους είχε παραχωρήσει για τις ανάγκες της εργασίας τους. Ακόμη δεν τέθηκε ζήτημα επιτήρησης ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο παρακολούθησης των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. Ελέγχθηκαν απλώς εκ των υστέρων οι εταιρικοί υπολογιστές μετά την αποχώρησή τους και την άρνησή τους να παραδώσουν τα αρχεία που χρησιμοποιούσαν στην αναιρεσείουσα εργοδότριά τους. Εξάλλου, τα κρίσιμα δεδομένα δεν ήταν «ευαίσθητα» κατά την έννοια του ν.2472/1997 (άρθρο 2 περ. β’ ). Η συλλογή και επεξεργασία τους από την αναιρεσείουσα δεν απέβλεπε μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) αλλά στην διασφάλιση της εμπορικής πίστης και, εν τέλει, στην προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Πράγματι, η απόδειξη ενώπιον δικαστηρίου της άνω αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς που επέδειξαν οι πρώην υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο της άσκησης των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, δεν μπορεί να συγκριθεί με την αποκάλυψη στοιχείων της καθαρά προσωπικής ζωής τους, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, οι ερωτικές προτιμήσεις τους, τα θρησκευτικά τους πιστεύω και οι φιλοσοφικές η πολιτικές τους πεποιθήσεις. Γιατί, αν και η συμπεριφορά αυτή ανάγεται στην προσωπική ζωή τους, η προετοιμασία του επαγγελματικού μέλλοντος των εν λόγω υπαλλήλων βρίσκεται προδήλως στην περιφέρεια του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή σε πολύ μεγάλη απόσταση από τον πυρήνα της τελευταίας. Επομένως, η αποκάλυψη των κρίσιμων δεδομένων για την άσκηση του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας της εργοδότριας αναιρεσείουσας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα της επιχειρηματικής ελευθερίας της (άρθρα 5 και 106 παρ.2 Συντάγματος) είναι καθ’ όλα θεμιτή, η δε, κατά τα άρθρα 9 και 9 Α του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επίκληση των πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, είναι αθέμιτη, αφού η άσκησή τους προσβάλλει δικαιώματα της αναιρεσείουσας που υπερέχουν προφανώς. Τέτοια δικαιώματα ήταν τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, που απορρέουν από το άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος και γενικότερα η διασφάλιση της εμπορικής πίστης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, που η αποτελεσματική υπεράσπισή τους ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), επέβαλε την απόδειξη της αντισυμβατικής, αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων πρώην υπαλλήλων της. Άρα η ανάσυρση των κρισίμων αρχείων από τους εταιρικούς υπολογιστές που αυτοί χρησιμοποιούσαν και η χρήση τους ενώπιον δικαστηρίου ήταν νόμιμη.

VI . Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα ως άνω αρχεία, που ανασύρθηκαν από την αναιρεσείουσα από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της, που χρησιμοποιούσαν οι αναιρεσίβλητοι, και ήλθαν σε γνώση της, χωρίς τη συγκατάθεση των τελευταίων και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου και ότι επομένως τα έγγραφα αυτά, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Άρα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 και 11 γ’ ΚΠολΔ , με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παράβασης του νόμου και της παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, και οι οποίοι παραπέμφθηκαν ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας, ως ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

VII. Κατά τη γνώμη, όμως, του αρεοπαγίτη Αριστείδη Πελεκάνου, οι λόγοι που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 και αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και έπρεπε να απορριφθούν. Ειδικότερα, στο άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο (εδ. α’ ) και ότι νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων (εδ. β). Επίσης στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος. Το άρθρο αυτό κατοχυρώνει την ελευθερία και το απόρρητο κάθε μορφής ιδιωτικής (μη δημόσιας) επικοινωνίας οπουδήποτε και αν αυτή γίνεται (κατοικία, χώρος εργασίας ή άλλου), και ειδικότερα προστατεύει την ελευθερία και το απόρρητο κάθε προσωπικής ή επαγγελματικής επικοινωνίας, την οποία το υποκείμενο του δικαιώματος εννοεί και επιθυμεί ως μυστική ή εμπιστευτική. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. β’ του Σ., κατά την οποία η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη και η οποία προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή σφαίρα, απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την οπτική ή ακουστική παρακολούθηση ή καταγραφή ή άλλης μορφής προσβολή της ιδιωτικής ζωής με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, εκτός από ενέργειες που επιχειρούνται στο νόμιμο πλαίσιο για τη διερεύνηση, αποκάλυψη και δίωξη σοβαρών εγκλημάτων. Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του οικιακού ασύλου και της ελεύθερης επικοινωνίας προστατεύεται και από το άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ με την επιφύλαξη του περιορισμού, που προβλέπεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, για θεμιτή επέμβαση της δημόσιας αρχής, εφόσον αυτή (επέμβαση) προβλέπεται με (εθνικό) νόμο και αποτελεί μέτρο που, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ή τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Ενώ, με το άρθρο 9Α του Σ., κατοχυρώνεται το δικαίωμα προστασίας του ατόμου από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει, η οποία (προστασία) διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ. (κατά την οποία απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί – από δημόσιες αρχές ή ιδιώτες – κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ.), είναι κανονιστικά πλήρης με άμεση εφαρμογή, δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα ανεξάρτητα από την έκδοση ή όχι σχετικού νόμου και ισχύει σε όλες τις δικαστικές και διοικητικές αρχές. Η εν λόγω απαγόρευση, αυτονοήτως, δεν αφορά αποδεικτικά μέσα, που αποκτήθηκαν υπό τους όρους του άρθρου 19 παρ.1β’ του Σ., για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, με σύννομη άρση του απορρήτου κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 2225/1994. Κατά ορθότερη άποψη, το απόρρητο της επικοινωνίας προστατεύεται και μετά την πραγμάτωσή της μέχρι να εκδηλωθεί αντίθετη βούληση αυτών που επικοινωνούν, καθόσον η ratio της σχετικής συνταγματικής διάταξης είναι η προστασία της οικειότητας και εμπιστευτικότητας μεταξύ των ατόμων που επικοινωνούν ως εκδήλωσης της προσωπικής τους ελευθερίας για όσο χρόνο η σχετική επικοινωνία διατηρεί τον μυστικό ή εμπιστευτικό χαρακτήρα της, ο οποίος δεν παύει με μόνη την πραγμάτωση της επικοινωνίας, ούτε ατονεί η ανάγκη για την προστασία του απορρήτου αυτής. Η αντίθετη άποψη, ότι το απόρρητο της επικοινωνίας προστατεύεται μόνο κατά το στάδιο της διεξαγωγής της, που στη σύγχρονη ηλεκτρονική και ψηφιακή μορφή της εξαντλείται συνήθως σε ελάχιστο χρόνο, περιορίζει σημαντικά και αδικαιολόγητα την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, ενώ, αντίθετα, επιβάλλεται η πλήρης και ουσιαστική διασφάλισή του, καθόσον η ευρύτατη οικονομική εκμετάλλευση προσωπικών πληροφοριών και η εμφάνιση πολλών νέων πηγών και μορφών ηλεκτρονικής εγκληματικότητας έχουν πολλαπλασιάσει τους κινδύνους προσβολών του απορρήτου της επικοινωνίας και της ιδιωτικής ζωής και καθιστούν επιτακτικότερη την προστασία τους. Έτσι, η σύγχρονη ηλεκτρονική αλληλογραφία (e-mails) εμπίπτει και προστατεύεται από το απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας του άρθρου 19 παρ. 1 του Σ. κατά το στάδιο της πραγμάτωσής της αλλά και μετά για όσο χρονικό διάστημα τα μέρη που επικοινωνούν διατηρούν και διασφαλίζουν τον μυστικό ή εμπιστευτικό χαρακτήρα της, με χρήση σχετικού κωδικού αποκλειστικής πρόσβασης. Με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ. εισάγεται περιορισμός στο δικαίωμα απόδειξης ως ειδικότερης έκφανσης του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, που κατοχυρώνεται (με επιφύλαξη νόμου) στο άρθρο 20 παρ.1 του Σ., και συγχρόνως εισάγεται περιορισμός σε δικαιώματα των οποίων επιδιώκεται εκάστοτε δικαστική προστασία, που ενδέχεται να έχουν και συνταγματική κατοχύρωση, όπως η ζωή, η τιμή, η ελευθερία (με στενή έννοια) κλπ.. Σε ακραίες μόνο περιπτώσεις είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η κάμψη του κανόνα της μη χρήσης αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ., εφόσον η μη χρήση αυτών αποκλείει την απόδειξη γεγονότων και οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα απόδειξης βασανιστηρίων ή της αθωότητας κατηγορουμένου ιδίως για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα, και μόνο εφόσον η εν λόγω προσβολή, λόγω της φύσης ή/και της βαρύτητάς της, συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της ανθρώπινης αξίας, η οποία προστατεύεται από τη θεμελιώδη και μη αναθεωρήσιμη (άρθρο 110 Σ.) διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ., που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η δε πρωταρχικά προστατευόμενη από το Σ. αξία του ανθρώπου συνάπτεται άμεσα και άρρηκτα με την ελευθερία της επικοινωνίας, καθόσον (η αξία του ανθρώπου) εκφράζεται και πραγματώνεται μέσω αυτής. Η δικαστική αξιολόγηση και στάθμιση για τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικής κατάστασης ανάγκης, που δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα, λόγω προσβολής της ανθρώπινης αξίας σε περίπτωση μη χρησιμοποίησής τους, πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Σ. και την οποία οφείλει να σέβεται κάθε περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων είτε προβλέπεται απευθείας από το Σ. είτε προβλέπεται από νόμο, υπέρ του οποίου υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη. Ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του περιοριστικού μέτρου και του σκοπού που προορίζεται να εξυπηρετεί ο περιορισμός, επιβάλλει στον νομοθέτη : α) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να επιδιώκει θεμιτό σκοπό, δηλαδή τον σκοπό που ορίζει ρητά η ειδική νομοθετική επιφύλαξη ή τον σκοπό που εμπίπτει στο νόημα της γενικής νομοθετικής επιφύλαξης (προστασία του κοινωνικού συνόλου ή δικαιωμάτων τρίτων), β) το προβλεπόμενο μέσο ή ο τρόπος του περιορισμού να είναι θεμιτός, γ) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να είναι κατάλληλος και αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο εισάγεται και δ) η συγκριτική στάθμιση των συγκρουομένων αγαθών, δηλαδή του αγαθού στο οποίο αποβλέπει ο περιορισμός και του αγαθού που προστατεύει το δικαίωμα, πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση (in concreto) να αποβαίνει υπέρ του πρώτου. Ο δε δικαστικός έλεγχος δεν υπεισέρχεται στη σκοπιμότητα και περιορίζεται στη συνταγματικότητα των σχετικών νομοθετικών επιλογών, εξετάζοντας μόνο μήπως ο περιορισμός που επέλεξε ο νομοθέτης είναι ακατάλληλος ή μη αναγκαίος ή δυσανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Περαιτέρω, με τον ν. 2472/1997 (για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που εκδόθηκε σε προσαρμογή προς την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης/10/1995) καθορίστηκαν το πλαίσιο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα δικαιώματα των υποκειμένων τους. Η ρύθμιση αυτή συμπληρώθηκε και εξειδικεύτηκε με τον ν. 2774/1999 (για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα σε προσαρμογή προς την νεότερη Οδηγία 97/66/ΕΚ του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου). Ακολούθως, για την ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης/7/2002, θεσπίστηκε ο ν. 3471/2006 (για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών…), με τον οποίο καταργήθηκε στο σύνολό του ο ν. 2774/1999 (καθώς η σχετική Οδηγία που αυτός είχε ενσωματώσει στην ελληνική έννομη τάξη καταργήθηκε με τα άρθρα 19 και 17 παρ. 1 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ) και διέλαβε νέες ρυθμίσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Οι σχετικές ρυθμίσεις (όπως και εκείνες του ν. 2774/1999 που καταργήθηκε) συμπληρώνουν και εξειδικεύουν τις γενικές ρυθμίσεις του ν. 2472/1997, προκειμένου, ενόψει των μεγάλων τεχνολογικών και οικονομικών εξελίξεων, να διασφαλίζεται πληρέστερη και αποτελεσματικότερη προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής των πολιτών που χρησιμοποιούν τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες επικοινωνίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, δηλαδή μόνο στα δημόσια (διαθέσιμα στο κοινό) δίκτυα ηλεκτρονικής επικοινωνίας και στις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Για τις μη διαθέσιμες στο κοινό ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εφαρμόζεται ο ν. 2472/1997, όπως ισχύει, ενώ ως ηλεκτρονική επικοινωνία νοείται και εκείνη που παρέχεται μέσω διαδικτύου (βλ. σχετικά αιτιολ. έκθεση ν. 3471/2006 σε ΚΝοΒ έτους 2006 σελ. 1071-1072). Τέλος, με τον ν. 3917/2011 (για τη διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνίας…), ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2006/24/ΕΚ, που τροποποίησε την προγενέστερη Οδηγία 2002/58/ΕΚ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3471/2006 (ο οποίος, κατά το άρθρο 3 αυτού, έχει εφαρμογή κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών στο πλαίσιο παροχής από δημόσια δίκτυα διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών), α) προστατεύεται από το απόρρητο των επικοινωνιών οποιαδήποτε χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών και των διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και των συναφών δεδομένων κίνησης και θέσης, όπως αυτά ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, στα οποία περιλαμβάνονται η ταυτότητα σύνδεσης ή του τερματικού εξοπλισμού του συνδρομητή, οι κωδικοί πρόσβασης, ο χρόνος επικοινωνίας, τα στοιχεία εντοπισμού του τερματικού εξοπλισμού του χρήστη κλπ. και β) η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Σ. Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, απαγορεύεται η ακρόαση, υποκλοπή ή άλλο είδος παρακολούθησης ή επιτήρησης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των συναφών δεδομένων κίνησης και θέσης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο. Επίσης στο άρθρο 5 αυτού, το οποίο ορίζει τους κανόνες επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων και των δεδομένων κίνησης και θέσης, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι ο φορέας παροχής δημοσίου δικτύου ή και διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τα δεδομένα κίνησης και θέσης ή να τα διαβιβάζει σε τρίτους για άλλους σκοπούς, εκτός αν ο συνδρομητής ή ο χρήστης έχει δώσει τη ρητή και ειδική συγκατάθεσή του, η οποία, για τη διαβίβαση των δεδομένων σε τρίτους, πρέπει να είναι (και) έγγραφη. Στο δε άρθρο 6 προβλέπεται, μεταξύ άλλων, α) ότι τα δεδομένα κίνησης, που υποβάλλονται σε επεξεργασία και αποθηκεύονται από τον φορέα παροχής δημοσίου δικτύου ή και διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών υπηρεσιών, καταστρέφονται ή καθίστανται ανώνυμα με κατάλληλη κωδικοποίηση και β) ότι, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται χωρίς (προηγούμενη) συγκατάθεση του συνδρομητή ή χρήστη η επεξεργασία των δεδομένων θέσης από τους εν λόγω φορείς, προκειμένου να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές για την αντιμετώπιση καταστάσεων ανάγκης τις αναγκαίες πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος και μόνο γι’ αυτόν τον συγκεκριμένο σκοπό. Τέλος, για τους σκοπούς του ν. 3471/2006, ως «επικοινωνία» νοείται κάθε πληροφορία που ανταλλάσσεται ή διαβιβάζεται μεταξύ ενός πεπερασμένου αριθμού μερών μέσω μίας διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενώ ως «Δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών» νοείται το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που χρησιμοποιείται εξ ολοκλήρου ή κυρίως για την παροχή διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (άρθρο 2 παρ. 5 και 10). Όπως δε σημειώνεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση (βλ. ΚΝοβ τόμος 54 σελ. 1071-1074), α) ως επικοινωνία κατά το άρθρο 2 του ν. 3471/2006 θεωρείται και η παρεχόμενη μέσω διαδικτύου, καθώς και οι πληροφορίες που μεταβιβάζονται μέσω των υπηρεσιών πολυμέσων, διαλογικής τηλεόρασης και βίντεο κατά παραγγελία, εφόσον αφορούν αναγνωρίσιμο συνδρομητή ή χρήστη, β) ως προς την προστασία των επικοινωνιών, οι διατάξεις του εν λόγω νόμου συμπληρώνουν τις προϋπάρχουσες σχετικές διατάξεις του ν. 2225/1994, του ν. 3115/2003 και των νομοθετημάτων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή τους, γ) απαγορεύεται η χωρίς άδεια πρόσβαση στις επικοινωνίες από πρόσωπα άλλα πλην των χρηστών ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους, εκτός αν υπάρχει σχετική ρύθμιση στον νόμο, η οποία, πάντως, υπόκειται στις προυποθέσεις και τις εγγυήσεις που προβλέπει το άρθρο 19 του Συντάγματος και οι εκτελεστικοί νόμοι αυτού (ουσιαστικές εγγυήσεις, άδεια δικαστικής αρχής και έλεγχος από Ανεξάρτητη Αρχή), δ) υπόκειται στο απόρρητο κάθε χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που γίνεται από τον συνδρομητή ή/και τον χρήστη και ε’ ) οι τροποποιήσεις του ν. 2472/1997 που εισάγονται με τον ν. 3471/2006 έχουν ως σκοπό τη διατήρηση και κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας των προσωπικών δεδομένων σε συμμόρφωση και προς το άρθρο 9 Α του Συντάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3917/2011, κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων του ν. 3471/2006 (που προβλέπουν καταρχήν τη διατήρηση και επεξεργασία από τους παρόχους των δεδομένων της επικοινωνίας των συνδρομητών και χρηστών μόνο για τους σκοπούς μετάδοσης και χρέωσης αυτής, καθώς και την καταστροφή ή την ανωνυμοποίησή τους με τη λήξη της επικοινωνίας), οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημόσιου δικτύου επικοινωνιών υποχρεούνται να διατηρούν τα δεδομένα του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, όταν αυτά παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία από αυτούς κατά την παροχή των υπηρεσιών επικοινωνιών, ενώ απαγορεύεται η διατήρηση δεδομένων που αποκαλύπτουν το περιεχόμενο των επικοινωνιών. Κατά το άρθρο 4 αυτού, τα δεδομένα του άρθρου 5 παρέχονται μόνο στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τη διαδικασία, τις προϋποθέσεις και τους όρους πρόσβασης που ορίζονται στον ν. 2525/1994. Ενώ, κατά το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου, η υποχρέωση διατήρησης των δεδομένων καθιερώνεται, προκειμένου αυτά να καθίστανται διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στο άρθρου 4 του ν. 2225/1994, ενώ δεν εμπίπτει στο πεδίο ισχύος αυτού το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οι πληροφορίες, στις οποίες η πρόσβαση πραγματοποιείται με τη χρήση δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τέλος, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3917/2011 (ΚΝοΒ τόμος 59 σελ. 158 επ.) σημειώνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα : Ότι η διατήρηση των δεδομένων της επικοινωνίας αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Σ., στη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, καθώς, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ, η σχετική υποχρέωση αποσκοπεί στη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως ορίζονται βάσει του εθνικού δικαίου των κρατών μελών. Ότι η διατήρηση των δεδομένων της επικοινωνίας δεν συνιστά ανακριτική πράξη, αφού αυτά παραμένουν στα αρχεία του παρόχου, δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία και γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες του εκτελεστικού νόμου του άρθρου 19 παρ. 1 του Σ. Ότι η ανακριτική πράξη της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών διενεργείται κατά το άρθρο 4 του ν. 2225/1994, όπως εκάστοτε ισχύει, για τη διακρίβωση των εκεί αναφερομένων εγκλημάτων στο πλαίσιο ανάκρισης ή προανάκρισης και ότι δεν επιτρέπεται προληπτική επεξεργασία των διατηρουμένων δεδομένων, η οποία θα προσέκρουε στο άρθρο 19 του Σ. και στην αρχή της αναλογικότητας. Ότι η επεξεργασία των πληροφοριών που προκύπτουν από τα δεδομένα αυτά επιτρέπεται μόνο εφόσον διαταχθεί η διενέργεια της ανακριτικής πράξης της άρσης του απορρήτου σε βάρος συγκεκριμένου προσώπου για την τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η διεξαγόμενη ανακριτική πράξη είναι μη νόμιμη και άκυρη. Ότι στα διατηρούμενα δεδομένα οπωσδήποτε δεν εμπίπτουν το περιεχόμενο της επικοινωνίας και οι πληροφορίες που παράγονται από την επικοινωνία μέσω διαδικτύου, όπως προβλέπεται και στο άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ. Και ότι τα διατηρούμενα δεδομένα, ως εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, συνθέτουν, μαζί με το περιεχόμενο της επικοινωνίας, υπό ευρεία έννοια την έννοια του απορρήτου της επικοινωνίας και απολαμβάνουν της συνταγματικής προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, όπως ορίζεται και στο άρθρο 4 του ν. 3471/2006. Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, πρέπει : α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών …. Στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Επίσης στην παρ. 2 περ. ε’ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι αυτό (έννομο συμφέρον) υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι από τα άρθρα 5 παρ. 1, 9 και 9Α του Σ. και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνονται τα δικαιώματα της ιδιωτικότητας και της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του φυσικού προσώπου (ατόμου), ενώ από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 5Α του Σ. κατοχυρώνεται το δικαίωμα του φυσικού και νομικού προσώπου στην πληροφορία (πληροφορείν και πληροφορείσθαι). Η υπερεθνική έννομη τάξη (Οδηγίες ΕΚ) και η εσωτερική έννομη τάξη (ν. 2472/1997 και μεταγενέστεροι) θέτει σειρά περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και πληροφορείσθαι, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των αντιτιθεμένων δικαιωμάτων αυτών, με την έννοια ότι θεωρείται (καταρχήν) απαγορευμένη κάθε επέμβαση τρίτου στα προσωπικά δεδομένα του φυσικού προσώπου, αν δεν έχουν τηρηθεί οι όροι και οι διατυπώσεις που τάσσονται από τον νόμο για την άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και πληροφορείσθαι. Η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα συμπληρώνει το προυπάρχον θεσμικό πλαίσιο, συγκεκριμενοποιεί τη διάταξη προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), αν δεν έχουν τηρηθεί οι εν λόγω όροι και διατυπώσεις για την άσκηση του δικαιώματος της πληροφοριακής ελευθερίας. Ο ν. 3471/2006 (εκτελεστικός του άρθρου 9Α του Σ., το οποίο εξαίρει ρητά την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων από την ηλεκτρονική συλλογή, επεξεργασία και χρήση τους) περιέχει νέα ρύθμιση που αποτελεί α) συμπλήρωση και εξειδίκευση των γενικών ρυθμίσεων του ν. 2472/1997 και β) συμπλήρωση και ενίσχυση της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, που παρέχεται από τον ν. 2225/1994 (εκτελεστικό του άρθρου 19 παρ. 1 του Σ.), τον ν. 3115/2003 (για την Α.Δ.Α.Ε) και όσα νομοθετήματα εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση αυτών. Έτσι, με το άρθρο 4 του ν. 3471/2006, οποιαδήποτε χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (διαβίβαση ή ανταλλαγή πληροφοριών κατά το άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου), που παρέχεται μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, προστατεύεται ρητά από τις ρυθμίσεις για το απόρρητο των επικοινωνιών. Η δε άρση του απορρήτου επιτρέπεται μόνο υπό τις προυποθέσεις (όρους και λόγους) και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Σ. και τον ν. 2225/1994, όπως ισχύει. Ο ν. 3471/2006 έχει αποκλειστική εφαρμογή για ζητήματα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών στο πεδίο χρήσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται από δημόσια δίκτυα και είναι διαθέσιμες στο κοινό. Ενώ, ο ν. 2472/1997 έχει εφαρμογή για ζητήματα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στο πεδίο χρήσης ηλεκτρονικών υπηρεσιών που δεν είναι διαθέσιμες στο κοινό, καθώς και για κάθε ζήτημα σχετικό με παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών που δεν ρυθμίζεται ειδικότερα από τον ν. 3471/2006. Συνακολούθως και με δεδομένο ότι στο άρθρο 5 του ν. 3471/2006 επαναλαμβάνονται οι γενικές αρχές προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής προσαρμοσμένες στη φύση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, απαριθμούνται οι περιπτώσεις που θεμελιώνουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας (σύμβαση και συγκατάθεση ηλεκτρονική ή έγγραφη ή ρητή, ειδική και έγγραφη, κατά περίπτωση) και προβλέπονται εξαντλητικά οι ειδικές προυποθέσεις υπό τις οποίες είναι νόμιμη η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, αποκλείεται συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 περ. ε’ του ν. 2472/1997, η οποία, όπως ήδη σημειώθηκε, επιτρέπει την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων (όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, εφόσον αυτό υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου ή των υποκειμένων των δεδομένων και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών). Επομένως, δεν είναι σύννομη η γνώση ή απόκτηση, από όργανα του φορέα παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας ή, πολύ περισσότερο, από οποιονδήποτε τρίτον (που διαθέτει ή προσφεύγει σε ανάλογη τεχνική δυνατότητα), πληροφοριών που ανταλλάχτηκαν, διαβιβάστηκαν ή διακινήθηκαν μέσω δημοσίου δικτύου παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε προσωπικό ηλεκτρονικό λογαριασμό, χωρίς τη συγκατάθεση του χρήστη (συνδρομητή ή μη) των συγκεκριμένων ηλεκτρονικών υπηρεσιών για προσωπικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς και χωρίς να τηρηθούν η διαδικασία, οι όροι και οι προυποθέσεις για άρση του απορρήτου κατά τον ν. 2225/1994. Επιπλέον η παρεχόμενη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενισχύεται και με αυστηρές ποινικές κυρώσεις, που προβλέπονται για οποιονδήποτε παραβιάζει τις σχετικές διατάξεις, είτε αυτός συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον πάροχο ηλεκτρονικών υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό είτε πρόκειται για πρόσωπο άσχετο με τον πάροχο (άρθρα 15 παρ. 1 ν. 2472/2006 και 11 παρ. 1-2 ν. 3917/2011). Τα δε σχετικά αποδεικτικά μέσα, που αποκτώνται, άμεσα ή έμμεσα, μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι παράνομα και, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 3 του Σ., δεν επιτρέπεται η χρήση τους σε όλες τις δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες. Κατ’ εξαίρεση, είναι θεμιτή η χρήση αυτών των αποδεικτικών μέσων χάριν προστασίας άλλων δικαιωμάτων, όταν, από τη συγκριτική στάθμιση των εκάστοτε αντιτιθεμένων και συγκρουομένων δικαιωμάτων και με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ο αποκλεισμός της χρήσης τους οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή των δικαιωμάτων αυτών, η οποία, λόγω της φύσης ή/και της βαρύτητάς της, συνιστά και προσβολή της ανθρώπινης αξίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ.. Στην προκείμενη περίπτωση, σχετικά με τους λόγους αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, το Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τις εξής ουσιαστικές παραδοχές : Ότι η αναιρεσείουσα, για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, επικαλέστηκε και προσκόμισε αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων διαφόρων μηνυμάτων και πληροφοριών, τα οποία αρχεία, όπως προκύπτει από έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε, προέρχονται από προσωπική/ιδιωτική ηλεκτρονική αλληλογραφία και διακίνηση μηνυμάτων και πληροφοριών του δεύτερου αναιρεσίβλητου με τρίτα πρόσωπα (πλην της αναιρεσείουσας-εργοδότριας) μέσω δικτύου παροχής στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας, στον προσωπικό του λογαριασμό «…» (ατομικής ηλεκτρονικής διεύθυνσης e-mail), στον οποίο δεν είχαν οποιαδήποτε πρόσβαση η αναιρεσείουσα και τρίτοι (που δεν διέθεταν τον σχετικό κωδικό πρόσβασης). Ότι το σχετικό πληροφοριακό υλικό αποθηκεύτηκε στον σκληρό δίσκο ηλεκτρονικού υπολογιστή ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, που χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά οι δύο αναιρεσίβλητοι (Α. Κ. και Γ. Π.) ή πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από αυτούς (με χρήση του οικείου μυστικού κωδικού πρόσβασης). Ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος διέγραψε το σχετικό πληροφοριακό υλικό (που ήταν καταχωρημένο-ενσωματωμένο σε υλικό φορέα του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε) προτού αποχωρήσει από την αναιρεσείουσα και πριν παραδώσει σ’ αυτή τον ηλεκτρονικό υπολογιστή (θέλοντας έτσι να διατηρήσει απόρρητο και ιδιωτικό το περιεχόμενο των αρχείων). Και ότι τα σχετικά αρχεία περιήλθαν στη γνώση και την κατοχή της αναιρεσείουσας, χωρίς τη συγκατάθεση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία για άρση του απορρήτου των επικοινωνιών. Ακολούθως, αφού έκρινε ότι τα σχετικά έγγραφα συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε γι’ αυτόν τον λόγο υπόψη, απέρριψε (ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους) με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ως αβάσιμη κατ’ ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης 4370/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμες τις αντίστοιχες αγωγές της.

Υπό τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, παραβιάστηκαν το απόρρητο της επικοινωνίας, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, με τη γνώση και απόκτηση από την αναιρεσείουσα (και με τη γνώση όσων τρίτων συμμετείχαν στην ανάκτηση) του προαναφερόμενου πληροφοριακού υλικού, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για άρση του απορρήτου της επικοινωνίας. Συνακολούθως, τα σχετικά έγγραφα που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο και προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα με επίκληση για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα. Δεν συνέτρεχε δε στην προκείμενη υπόθεση θεμιτή περίπτωση για κατ’ εξαίρεση χρήση των παρανόμων αυτών αποδεικτικών μέσων χάριν προστασίας του δικαιώματος της επιχειρηματικής ελευθερίας της αναιρεσείουσας και απόδειξης της αγωγικής απαίτησής της για αδικοπρακτική αποζημίωση από τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων υπαλληλικών στελεχών της, καθόσον από τη συγκριτική στάθμιση των συγκρουομένων δικαιωμάτων και αγαθών των διαδίκων μερών και με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ο αποκλεισμός της χρήσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας, η οποία να συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της ανθρώπινης αξίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ., ώστε να επιβάλλεται η μη εφαρμογή της απαγορευτικής επιταγής του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ.. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 19 του Σ. (ή και άλλες διατάξεις του Σ. ή ουσιαστικού νόμου, αυτεπαγγέλτως ερευνητέες στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) και ορθά δεν έλαβε υπόψη τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της αγωγής της κατά των αναιρεσιβλήτων, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι. VIIΙ. Μετά από αυτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 5 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης , κατά τους ως άνω λόγους (από τους αριθμούς 1 και 11 ‘ γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015). Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ( άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί πως η με αριθμ. καταθ. …2014 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΕ …», δεν ασκήθηκε όσον αφορά τους δεύτερο (Γ. Π.), τέταρτη ανώνυμη εταιρεία (…) και πέμπτη ανώνυμη εταιρεία (…) των αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί ως προς τους πρώτο και τρίτο αναιρεσιβλήτους την υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.”

 

 

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα